Antonin Artaud

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ

Προτύ αυτοκτονήσω, ζητάω να με βεβαιώσει κάποιος ότι αυτό θα γίνει. Θα’ θελα να’ μουν βέβαιος για το θάνατο. Η ζωή δεν μου φαίνεται παρά σαν μια συγκατάβαση στη φαινομενική διαύγεια των πραγμάτων και την ένωσή τους μέσα στο πνεύμα. Δε νιώθω πια τον εαυτό μου σαν το αναλοίωτο σταυροδρόμι των πραγμάτων, το θάνατο που γιατρεύει, γιατρεύει διαχωρίζοντάς μας απ’ τη φύση, αλλά αν δεν είμαι πια τίποτε απρά ένα σύμπλεγμα πόνων, όπου τα πράγματα δεν βρίσκουν συμπέρασμα;

Αν αυτοκτονήσω, αυτό δε θα γίνει για να αυτοκαταστραφώ, αλλά για να αναστηθώ. Η αυτοκτονία δεν θα’ ναι για μένα παρά ένα μέσο να ανακτήσω βίαια τον εαυτό μου, να επιχειρήσω μιαν άγρια εισβολή μέσα στην ύπαρξή μου, να υπερβώ την αμφίβολη υπεροχή του Θεού. Με την αυτοκτονία, φέρνω ξανά το σχήμα μου μέσα στη φύση, δίνω για πρώτη φορά στα πράγματα τη μορφή που θέλω. Απελευθερώνομαι απ’ αυτή την τόσο άσχημα συναρμολογούμενη διάρθρωση των οργάνων μου με το εγώ μου, κι η ζωή δεν είναι πια για μένα μια παράλογη συγκυρία όπου σκέφτομαι αυτό που μου δίνουν να σκεφτώ. Διαλέγω πια τη σκέψη μου και την κατεύθυνση των δυνάμεών μου, των τάσεών μου, της πραγματικής μου ύπαρξης. Τοποθετούμαι ανάμεσα στο ωραίο και το άσχημο, το καλό και το κακό. Κρεμιέμαι χωρίς κλίση, ουδέτερος, βασανοζόμενος από την ισορροπία των καλών και των κακών παρορμήσεων.

Γιατί η ζωή η ίδια δεν είναι μια λύση, δεν υπάρχει στη ζωή καμιά εκλογή, καμιά συγκατάθεση, κανένας καθορισμός. Δεν είναι παρά μια σειρά από επιθυμίες και αντίρροπες δυνάμεις, μικρές αντιφάσεις που έχουν κατάληξη ή αποτυγχάνουν, ανάλογα με τις περιστάσεις μιας μισερής συγκυρίας. Το κακό έχει άνισα κατασταλάξει μέσα σε κάθε άνθρωπο, όπως η μεγαλοφυία, όπως η τρέλα. Το καλό, όπως και το κακό, είναι το προιόν των περιστάσεων και μιας λίγο- πολύ δραστικής μαγιάς.

Είναι βέβαια ποταπό να είσαι δημιουργημένος, να ζεις, να αισθάνεσαι τον εαυτό σου μέχρι μέσα στισ πιο μικρές κρυψώνες, μέχρι μέσα στισ πιο αδιανόητες διακλαδώσεις του αμετάθετα προσδιορισμένου είναι σου. Δεν είμαστε παρά δένδρα πάνω απ’ όλα, και είναι ίσως γραμμένο σε μια κάποια γωνιά του δένδρου της φυλής μου πως θα αυτκτονήσω, μια ορισμένη μέρα.

Ακόμα κι η ιδέα της ελευθερίας της αυτοκτονίας πέφτει σαν ένα κομμένο δένδρο. Δεν δημιουργώ μήτε το χρόνο, μήτε το τόπο, μήτε τις περιστάσεις της αυτοκτονίας μου. Δεν επινοώ καν την ιδέα της πώς θα ένιωθα την εκτελεσή της;

Μπορεί αυτη τη στιγμή να διαλύεται το είναι μου, μα αν παραμείνει ανέπαφο, με ποιον τρόπα θ’ αντιδράσουν τα κατεστραμμένα μου όργανα, με ποια απίθανα όργανα θα καταγράψω το σπαραγμό μου;

Νιώθω το θάνατο να ρέει σαν χείμαρρος πάνω μου, σαν το στιγμιαίο σκίρτημα ενός κεραυνού που τη δύναμή του δεν μπορώ να συλλάβω. Νιώθω το θάνατο φορτωμένο με ηδονές, με στροβιλικούς δαιδάλους. Τι διαλογίζεται το είναι μου μέσα σ΄όλα αυτά;

Αλλά να, ξαφνικά ο θεός σαν μια γροθιά, σαν ένα κοφτερό δρεπάνι φωτός. Αποχωρίστηκα με τη θέλησή μου τη ζωή, θέλησα να σκαρφαλώσω ξανά στη μοίρα μου!

Αυτός ο θεός μ΄έκανε ό,τι ήθελε μέχρι παραλογισμού, με κράτησε ζωντανό μέσα σ’ ένα κενό από απαρνήσεις, από μανιασμένες αρνήσεις του ίδιου του εαυτού μου, κατέστρεψε μέσα μου μέχρι και τις μικρότερες ωθήσεις της διανοητικής ζωής, της αισθητής ζωής. Με κατάντησε να είμαι σαν ένα μηχάνημα ποθ περπατάει, ένα μηχάνημα, όμως, που θα αισθανόταν το ρήγμα της ασυνειδησίας του.

Και να που θέλησα να δείξω ότι ζω, θέλησα να συνδεθώ ξανά με την πολύβουη παρουσία των πραγμάτων, θέλησα να συντρίψω τη μοίρα μου.

Κι εκείνος ο θεός τι έχει να πει;

Δεν αισθανόμουν τη ζωή, η κυκλοφορία κάθε ηθικής ιδέας ήταν για μένα ένα αντικείμενο, ένα σχήμα. Είχε γίνει για μένα, μια σειρά από συλλογισμού. Συλλογισμούς, όμως, που έπεφταν στο κενό, συλλογισμούς που δεν οδηγούσαν πουθενά, που ήταν μέσα μου σαν πιθανές «σκιαγραφήσεις’ που η βούλησή μου δεν έφτανε να ολοκληρώσει.

Μάλιστα, για να φτάσω στην κατάσταση της αυτοκτονίας, πρέπει να προσμένω την επιστροφή του εγώ μου, μου χρειάζεται η ελεύθερη κίνηση όλων των αρθρώσεων του είναι μου. Ο θεός μ’ έταξε μες στην απελπισία σαν σ’ έναν αστερισμό από αδιέξοδα, του οποίου η ακτινοβολία καταλήγει σ’ εμένα. Δεν μπορώ μήτε να πεθάνω, μήτε να ζήσω, μήτε να μην επιθυμώ να πεθάνω ή να ζήσω. Κι όλοι οι άνθρωποι είναι σαν κι εμένα.

One response to “Antonin Artaud

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s