τριπαρα

έψαχνε κάτι που είχε χάσει… λίγο χρόνο, έναν παλιό φίλο, τα λογικά του, την σκιά του, τον εαυτό του, τον εαυτό της σκιάς ενός παλιού του φίλου -λογικό. Κοίταξε παντού. Ήταν που άρχισε να μικραίνει η ημέρα και οι νύχτες δεν πέρναγαν. Ήταν μια φορά που κοίταξε παντού αλλά δεν βρήκε τίποτα από τα χαμένα πολύτιμα αγγίγματα. Ούτε μια γρατσουνιά μα ήξερε πως ήταν καλός και το μυαλό του του χάιδευε απαλά τις εσωτερικές πτυχές του κρανίου όπως μια μαμά το κεφάλι του παιδιού της για να κοιμηθεί ή ένα παιδί το αυτάκι του. Φοβόταν το σκοτάδι. Στο σκοτάδι έχανε πάντα τον ίσκιο του άλλο που είχε γίνει σκιά του εαυτού του. Όταν αποφάσισε να κάνει πίσω είδε πως κάθε βήμα πίσω ήταν πιο πίσω από το καλύτερο. Ρηξικέλευθες απόψεις του βάραιναν το στομάχι και μια σκέψη τον μπούχτιζε τόσο που ξέρναγε αίμα με χολή και αλάτι και «άντε και γαμήσου», είπε, «επιτέλους κοίτα να δεις τι έγινα» μα ήξερε πως πάντα τα σκοτεινά του μονοπάτια τον έφερναν πιο κοντά στη θείωση. Και εκεί που τραμπαλιζόταν στην άλλη πλευρά της χαμογελένιας του έκφρασης το μισό μιας φράσης χαράχτηκε με μελάνη στην κάτω πλευρά των μηρών του. Οι μοίρες τον κορόιδευαν, τον έβλεπαν γυμνό χαμένο και αδιανόητα ανόητο. Φορούσε μια μάσκα και μια σαλιάρα με τα αρχικά από το όνομά του ραμμένα. Κομμένα και ραμμένα για ειδικές περιστάσεις έκανε κουμάντο στην απάνω κύτη της φουρτουνάτης εμπιστοσύνης που γλεντοκοπούσε μακριά και έπινε μακάρια. Ζήτω η χαμένη έκφραση η ακαλαίσθητη έκρηξη του είναι. Ζήτω το πιο κρυφό το πιο φευγάτο τέτοιο της ιστορίας του ανθρώπου. Ζήτω ο άνθρωπος που γεννιέται για να πεθάνει και δεν μοιάζει με τίποτα τόσο όμορφο το σάπιο του σώμα κατά την ώρα της αποσύνθεσης. Ζήτω σε εμένα που γράφω χωρίς να σκέφτομαι και ξεπλένομαι πριν πλυθώ. Ζήτω στο πλήθος που πλήττει. Ζήτω σε εσένα που δεν καταλαβαίνεις πόσο άσχημα νιώθω όταν γράφω χωρίς να σκέφτομαι κάτι που υπάρχει χωρίς ποτέ να το ξαναδιαβάσω εγώ ο ίδιος, θα μείνει αιώνιο και θα εξαφανιστεί όταν πεθάνει η αιωνιότητα. Ζήτω τα τραγούδια που αφιερώθηκαν από έναν σε άλλο. Έφαγε τον κόσμο μα δεν βρήκε πουθενά το χαμένο πράγμα που έψαχνε ένα ολόκληρο τέταρτο ζωής έφυγε άδικα μέσα στο σκοτεινό τούνελ που κατέληγε στο συρτάρι με τα εσώρουχα μιας κάποιας πριγκίπισσας κολασμένης του μεσαίωνα. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Μόνο μια στιγμή. Μια στιγμή κάτι άκουσα. Είναι το ταξί που κορνάρει και καταστρέφει την τάξη. Τάξε μου. Στην τύχη. Όλα στην τύχη τρέχουν και έχουν χυτή τριχιά. Τρίχες. Αρρώστια. Κίτρινα και πράσινα υγρά. Μπλε και πράσινοι κόκκοι. Νέα μέρα. Νέα σκατά. Αρχίδια. Έλπιζε ηλίθιε. Μην με κοιτάς έτσι θα σου σπάσω τα μούτρα. Ήταν σαν να είπε. Φωναχτά. Ψυθηρίζοντας ζούσε όμορφα με ανταύγειες διαφάνειας και φτερά χρωματιστά. Ήταν. Ζαλάδα. Κρύος ιδρώτας. Φωναχτές μνήμες που οδηγούσε στο τιμόνι κρεμασμένες μαζί με το κομπολόι του παππού στην φωτιά να καούν όλα όσα τον έκαναν χαρούμενο. Δυο δυστυχίες για τον Ιούλιο. Μία για σένα μια για μένα δύο σε ένα και ο καλύτερος χάνει. Πάντα. Πάντοτε. Παντού. Σοφές σοφίες σε φέρνουν σα φέρετρο στη σοφίτα σου φαίνονται σαφέστατα σαν φαντάσματα συφοριασμένα σε υφαίνουν σου φωνάζουν σαφώς σε φορτώνουν σε φοβούνται σου φωτίζουν στο φεγγάρι. Σεφταλιά. Σούφρα. Χα. Αστείο; Ποτέ. Πάντα. Παντού. Τεμπελιά. Ζήση. Φύση. Σήμα. Μες. Μην. Με. Σε. Μου. Μας. Συν. Έφυγε χαμογελώντας από το ζαχαροπλαστείο και κρατούσε μια κούτα κουλούρια. Πήγε. Γεια.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s