una noche mas

Δωμάτιο, τουαλέτα. Με τις παντόφλες. Κοιτάζεται στον καθρέφτη. Αξυρισιά και κίτρινα δόντια. «Πάνε με καφέ γραβάτα», σκέφτεται. Αυτοσαρκασμός. Ξανά δωμάτιο. Ξαπλώνει λίγο. Κοιτάζει το ρολόι. Μία ώρα μετά είχαν περάσει μόλις τρία λεπτά. Πηγαίνει στην κουζίνα. Μία μικρή στάση στο σαλόνι. Μετεωρισμός του χεριού. Κάνει να ανοίξει το παντζούρι ο Κόστια αλλά μετανιώνει. Επιτέλους κουζίνα. Δεν πεινάει. Ανοίγει το ψυγείο. Άδειο. Πιάνει ένα κουτί γάλα. Ανοίγει το καπάκι. «Νέα επαναστατική συσκευασία». Αυτοσαρκασμός. Μυρίζει. Ξινισμένο. Το πετάει όπως είναι. Ανοίγει την βρύση. Κρατάει ένα ποτήρι από κάτω. Το νερό τρέχει μέσα στο ποτήρι. Υπερχειλίζει. Κάμποση ώρα. Το χύνει στο κεφάλι του. Γυρίζει στο δωμάτιο. Στάση στο μπάνιο. Καθρέφτης. Τα ίδια. Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Μόνο που η φάτσα του είναι βρεγμένη. «Πώς κατάφερα και έγινα έτσι», λέει φωναχτά. Δωμάτιο. Πάει να κάτσει στο κρεβάτι. Πριν ο κώλος του ακουμπήσει στρώμα σκέφτεται πως κάτι έχει ξεχάσει. Κουζίνα. Ναι, ήταν η βρύση. Την κλείνει. Του φαίνεται περίεργο το ρήμα «κλείνω» όταν αυτό αναφέρεται στη βρύση. Θα μπορούσε να γράψει ένα μικρό άρθρο γι αυτό. Θα μπορούσε να γράψει ένα μικρό άρθρο για το γιατί είναι ηλίθιο το να γράψεις ένα μικρό άρθρο γλωσσολογικού ενδιαφέροντος για τον συσχετισμό του ρήματος «κλείνω» με την βρύση. Η αλήθεια είναι ότι θα μπορούσε να γράψει τα πιο ηλίθια άρθρα για τα πιο ηλίθια θέματα προκειμένου να μην σκέφτεται το «una noche mas». Τις νύχτες που τόλμησε να ζητήσει το λίγο παραπάνω. Ή τις νύχτες που ντράπηκε να το κάνει. «Ή τις νύχτες που απλά δεν ψηνόμουν νομίζοντας ότι θα έρθουν κι άλλες», μου ψιθυρίζει αυτοσαρκαστικά στο αυτί. Αυτήν την μία νύχτα ακόμα.

Πολλές «μία νύχτα ακόμα». Σαν χάρη. Για το κορμί του που μεγάλωνε εν αγνοία του. Για την ψυχή του που γέρναγε χωρίς ο ίδιος να το καταλαβαίνει. Τον πήρε ο ύπνος. Κοιμήθηκε με αυτές τις σκέψεις. Κοιμήθηκε με αξιοπρέπεια, όπως συμβουλεύουν τα βιβλία που ειδικεύονται στο να συμβουλεύουν. Σίγουρα έχετε διαβάσει το περιβόητο «ζήσε την κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία». Αυτός κοιμήθηκε λες και ήταν ο τελευταίος του ύπνος. Λες και από αύριο δεν θα χρειαζόταν να ζητάει «una noche mas». Και αυτή η τελευταία μου σκέψη, μέσα στην μελαγχολία της, κατόρθωσε να του δώσει ένα μικρό χαμόγελο αισιοδοξίας. Γιατί έτσι πρέπει να μεταχειριζόμαστε τους ήρωες της φαντασίας μας. Να τους αφήνουμε μια γλυκιά πίκρα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s