. . .

Κάποια Δευτέρα, μία κρύα χειμωνιάτικη, μελαγχολική ημέρα.

Εντάξει. Καταλαβαίνω. Και ξέρω πως είναι παρανοϊκό το ότι δεν έχω ήδη καταλάβει. Οι σιωπές σου. Οι γεμάτες σιωπές. Οι γεμάτες ενέργεια παύσεις. Αυτές που η σκέψη ταξιδεύει στο χώρο. Γίνεται ύλη. Βαραίνει και πέφτει. Και σκύβω και την σηκώνω ψηλά, τη σκέψη που έχει γίνει ύλη, και την αφήνω να πέσει ξανά κάτω και μετράω πόση ώρα κάνει. Ώρα. Λάθος λέξη. Πόσο χρόνο κάνει. Η ώρα ως ποσοτικός προσδιορισμός του χρόνου. Ο χρόνος διαιρεμένος σε ώρες. Οι ώρες διαιρεμένες σε λεπτά. Τα λεπτά διαιρεμένα σε δευτερόλεπτα. Ο χρόνος ο διαιρεμένος σε στιγμές. Η σχετικότητα του χρόνου. Η σχετικότητα. Οι στιγμές. Η στιγμή. Η στιγμή. Μια στιγμή. Η στιγμή που φεύγεις. Που έφυγες. Η άνω στιγμή. Η άνω τελεία. Η τέλεια τελεία. Η τελείως τέλεια τελεία. Το τέλος.

ανάμεσα από δύο σκέψεις υπάρχει μια στιγμή παύσης που σηματοδοτεί το τέλος.

Εκείνη την αμήχανη στιγμή της παύσης που ακολούθησε την μία σκέψη και προηγήθηκε της δεύτερης σκέψης, ο χρόνος άλλαξε υπόσταση. Ο χρόνος έγινε και αυτός ύλη. Έγινε παχύρρευστο υγρό. Έγινε μέλι. Μόνο που δεν ήταν γλυκό. Ήταν αρμυρό. Ο χρόνος έγινε αρμυρό μέλι. Είχε χρώμα υπόλευκο, θολό διαφανές. Γιατί ο παγωμένος χρόνος μπορεί να περιγραφεί μόνο σαν θολό διαφανές και αρμυρό μέλι. Και αυτή είναι μία εικόνα για την οποία είμαι πολύ χαρούμενος. Πάνω στην επιφάνεια του μελιού- χρόνου έσκασε η μία σκέψη. Και γύρω από την σκέψη δημιουργήθηκαν κυματάκια, ομόκεντροι κύκλου. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή κατόρθωσε να κοιτάξει βαθιά μέσα στα μάτια της. Και της τρυπήσει τον εγκέφαλο και να δει το πίσω μέρος του κρανίου. Στο πίσω μέρος του κρανίου της ήταν ήδη σχηματισμένη η δεύτερη σκέψη. Είχε τη μορφή σφαίρας μεταλλικής και αρκετά λείας. Κοίταξε τον εαυτό του που καθρεφτιζόταν σε αυτήν την μεταλλική λεία σφαίρα. Και ήταν τόσο άλλος. Χωρίς να ξέρει γιατί έγλειψε αυτή τη σκέψη. Η σκέψη να γλείψει μία σκέψη τον έκανε απόλυτα περήφανο και λίγο μελαγχολικό. Περήφανο γιατί ήταν μια ωραία σκέψη να γλείψεις μία μεταλλική σφαίρα, να γλείψεις μία σκέψη. Ήταν απλά μία ωραία σκέψη! Τίποτα περισσότερο. Και έγλειψε την σκέψη της. Και είχε γεύση σαν αυτή που έχουμε όταν βάζουμε τη γλώσσα μας σε μια μπαταρία. Η σκέψη της είχε όψη μεταλλικής σφαίρας, ήταν λεία και είχε γεύση μπαταρίας. Και μυρωδιά μετάλλου. Όταν είσαι με την αγαπημένη σου και έχεις τα χέρια στο μπουφάν σου από αμηχανία και σου έχει πει την πρώτη σκέψη της που δεν είναι και τόσο καλή και από νευρικότητα παίζεις τα κλειδιά μέσα στην τσέπη και έχουν ιδρώσει τα ακροδάχτυλα περιμένοντας να ακούσεις την επόμενη σκέψη της που είναι λεία, βαριά, σφαιρική και έχει γεύση μπαταρία, τέτοια είναι η μυρωδιά της δεύτερης σκέψης. Και καθώς η δεύτερη σκέψη ήταν έτοιμη να πέσει και αυτή, απομακρύνθηκε. Της έδωσε ένα τρυφερό φιλί στα χείλη. Κανονικοποίησε τη σχετικότητα του χρόνου. Αυτός έπαψε να είναι πια θολό λευκό μέλι. Εκείνη του είπε με κάποια είδους φωνής βραχνή, από αυτές ακολουθούν παρατεταμένες παύσεις που βρίσκονται μεταξύ δύο σημαντικών κακών σκέψεων: «δεν σε αναγνωρίζω»

Αυτός απάντησε: «ναι, από τότε που έπαψα κι εγώ να σε αναγνωρίζω. Δε μου φέρεσαι όπως άλλοτε.»

αυτό το «δε μου φέρεσαι όπως άλλοτε» του πλήγωνε το μέσα του.

Τα δόντια άρχισαν να ματώνουν. Ίσως και να πέφτουν. Εκείνη έγινε στάχτη μέσα στα μάτια του. Έμειναν μόνο τα βαμμένα νύχια της άθικτα.

πέρασε

ποτέ

ξανά

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s