καλημερα ηλιε μου

Και όταν τον ρώτησαν τι ήθελε να γίνει τώρα είπε χωρίς να το σκεφτεί: «ένα αερόστατο» και στο μυαλό του ήταν ήδη πάνω σε ένα αερόστατο με μπλε και πορτοκαλί μπαλόνι -χωρίς ωστόσο να είναι ο ίδιος αερόστατο. Και σκέφτηκε τότε που του είχε πει: «πως να πας στο άπειρο αφού δεν μπόρεσες να πας ούτε μέχρι τα σύννεφα». Και τότε ο Κόστια σκέφτηκε πως τώρα έχει αερόστατο και σίγουρα θα μπορέσει να πάει πιο ψηλά, αλλά και πάλι: το μακρύτερο ταξίδι που έχει κάνει, σίγουρα το έχει κάνει κρατώντας το χέρι της. Και εκείνη το ξέρει. Μετά σκέφτηκε και κάτι άλλο, όμως δεν το εξέφρασε. Βασικά η σκέψη του ήταν τόσο χαωμένη. Ήταν σαν να έχει φάει μια μπουνιά στο στομάχι αλλά από μέσα προς τα έξω. Η ατάκα που του ήρθε ήταν: «είμαι τόσο αποκαρδιωμένος που μου έρχεται να ξεράσω». Μετά σκέφτηκε μια γροθιά. Μπορούσε να φανταστεί χιλιάδες εργάτες να ενώνονται σε μια γροθιά αλλά ποτέ δύο σώματα.

Αποφάσισε να πάει από το σπίτι της. Διακριτικά. Να μην κάνει αισθητή την παρουσία του. Γιατί αυτό την ενοχλούσε. Σκέφτηκε ότι δεν πρέπει να την σκεφτεί ποτέ ξανά. Η θλίψη του πήγε να βγει σε δάκρυ μα δεν ξέσπασε το συναίσθημα του. Το κράτησε μέσα του και έγινε κραδασμός. Έγινε βίωμα ανεξίτηλο σαν τον ήλιο στο πεζοδρόμιο. Το ίδιο πεζοδρόμιο που θα της λέει καλημέρα.

Α! και να μην λυπάσαι…
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s