Κόστια

Ο Κόστια περπατούσε μόνος του, με ένα μπουκάλι στο χέρι, με ένα τσιγάρο στο άλλο που όλο του έσβηνε και έπρεπε να ακουμπήσει κάπου τη μπύρα για να ψάξει τον αναπτήρα- που ήταν στην τσέπη την αριστερή ή τη δεξιά ή μέσα στην τσάντα του. Περπατούσε μόνος χωρίς νόημα, χωρίς στόχο, χωρίς προοπτική, όπως λάτρευε τα ζεστά υγρά καλοκαίρια που τα πέρναγε στην πόλη. Και το αλκοόλ ήταν αμέτρητο. Οι μπύρες αμέτρητες. Σκεφτόταν την ζωή του. Στο φαντασιακό του είχε πλάσει ένα πρότυπο τύπου Τσινάσκι για τον εαυτό του. Οι γυναίκες τις ζωής του- όχι τόσο αμέτρητες όσο τις είχε στο μυαλό του. Όμως μοναδικές. Κάθε μία από αυτές – ένα από τα καλύτερα γαμήσια της ζωής του. Και πως να εμπιστευτείς έναν άνθρωπο που με όποια γυναίκα πάει πιστεύει πιστεύει ότι έχει κάνει ένα από τα καλύτερα γαμήσια της ζωής του. Τέτοια σκεφτόταν για να τονίσει την μιζέρια του αυτάρεσκα. Σκεφτόταν τέτοια. Κυνικά. Όμως δεν ήταν τέτοιος. Κυνικός. Κατά βάθος ήταν λίγο ευαίσθητος και σχεδόν πληγωμένος. Ανέπτυσσε θεωρίες για την έλλειψη αγάπης. Για τον έρωτα ως ηδονή. Για την ηδονή ως τρόπο επιβίωσης. Γιατί όμως ένας άνθρωπος να προσπαθήσει με επιχειρήματα να ανατρέψει κοινωνικά αποδεκτά πρότυπα που δίνουν δύναμη και κουράγιο στην ανθρωπότητα προκειμένου να υπερνικήσει την ματαιότητα της ύπαρξής της; Και αυτό το σκεφτόταν. Και καθώς περπατούσε με σκυφτό το κεφάλι κοιτάζοντας μπας και βρει κάποιο χαρτονόμισμα και το κάνει μπύρες έπεσε πάνω της. Σαν από το πουθενά. Της λέρωσε την άσπρη μπλούζα λίγο με την μπύρα του. Το τσιγάρο του έπεσε στο δρόμο και σκύβοντας να το πιάσει είδε τα πόδια της. Λαμπύριζαν λες και ήταν βουτηγμένα στην χρυσόσκονη. Σήκωσε το βλέμμα του. Είπε «συγγνώμη είμαι λίγο μεθυσμένος, ξέρεις πως είναι αυτά.» και είδε το βλέμμα της. Μάλλον δεν το είδε. Το συνάντησε. Το χάιδεψε με το δικό του. Καιρό είχε να συναντήσει ένα βλέμμα που θα μπορούσε ίσως να το εμπιστευτεί. Τα μαλλιά της ήταν μακρυά ως την μέση πλεγμένα σε πολλά μικρά κοτσιδάκια. Θα μπορούσε να είναι μια new wave Αφροδίτη.  Ξεχώρισε ένα τατουάζ στο χέρι της αλλά το μυαλό του είχε μείνει στις πατούσες της. Εκείνη το κατάλαβε και με μια γλυκιά κοριτσίστικη φωνή του είπε: «χα! έριξα χρυσόσκονη στα πόδια μου γιατί σήμερα θα ήθελα να νιώθω νεράιδα. Είμαι η Αφροδίτη». Ο Κόστια σήκωσε το παντελόνι του. Έξυσε λίγο την μύτη του. Χαμογέλασε.

Η νύχτα ήταν μεγάλη. Περπάτησαν μαζί. Της έλεγε της θεωρίες του περί αγάπης και έρωτα. Της έλεγε επίσης πως ένιωθε πως η συνειδητότητά του είχε πέσει τόσο χαμηλά που απορούσε πώς μπορεί ακόμα να συγχρονίζει τα βήματά του ώστε να μπορεί να προχωράει. Ξιπαζόταν με τον χειρότερο τρόπο. Προσπαθούσε να την εντυπωσιάσει. Με την κουβέντα άραξαν σε έναν λόφο λίγο πιο έξω από την πόλη και την έβλεπαν πως ζούσε. Έστριψαν ένα τσιγάρο. «Είναι παράνομο αυτό που κάνεις» της είπε και χαμογέλασε. Εκείνη του είπε κάτι στα γαλλικά. Δεν το κατάλαβε. Της είπε να του το ξαναπεί. Εκείνη έσκυψε και του το είπε στο αυτί. Αυτό έγινε άλλες δύο ή τρεις φορές. Απολάμβανε τον αέρα που χόρευε γαλλικά καθώς έβγαινε από το στόμα της και του χάιδευε το αυτί. Ίσως να φταίει και το σκατόχορτο που έπιναν αλλά ένιωθε πως πετάει πάνω από Σηκουάνα. «Μοιάζεις με σκηνοθέτη που θέλει κάτι να κάνει αλλά δεν βρίσκει ποτέ τον τρόπο» του είπε. «Μοιάζω με αποτυχημένο συγγραφέα και είμαι αποτυχημένος. Σκέτο.» της είπε αυτός, τώρα όμως όχι για να την εντυπωσιάσει με την δήθεν μιζέρια του, απλά έτσι ένιωθε. Κοιτάχτηκαν στα μάτια. Παγωμένοι. Το τσιγάρο τέλειωνε. Της ζήτησε μια ανάποδη. Φιλήθηκαν έτσι απλά με καπνούς να βγαίνουν από το στόμα και τις μύτες τους. Του είπε κάτι που έμοιαζε με «tu est mon triste réalisateur» που σημαίνει κάτι του στυλ «είσαι ο θλιμμένος μου σκηνοθέτης». Αργότερα κάπου διάβασε πως «réalisateur» σημαίνει κυριολεκτικά «πραγματοποιητής» και αυτό τον έκανε ιδιαιτέρως χαρούμενο. Φιλήθηκαν βαθιά. Παθιασμένα. Κάνανε έρωτα. Εκεί έξω πάνω στον λόφο. Μέχρι την ώρα που άρχισε να ξημερώνει. Κοιμήθηκε στην αγκαλιά της. Όταν ξύπνησε ήταν μόνος του. Η νεράιδα είχε φύγει. Μόνο λίγη χρυσόσκονη άφησε πάνω του για να την θυμάται. Ώσπου η χρυσόσκονη με τον καιρό έφυγε τελείως. Έμεινε πάνω του όσο κρατούν οι μεγάλοι έρωτες. Μερικές μέρες. Ήταν ωραίο τυπάκι. Και σίγουρα κάνανε ένα από τα καλύτερα γαμήσια της ζωής του. Όχι, αλήθεια. Ένας γλυκός οργασμός σαν σοκολάτα φράουλα. Και την σκεφτόταν. Την σκεφτόταν τόσο πολύ.

Ένα άλλο βράδυ που περπατούσε τρεκλίζοντας στο δρόμο που την συνάντησε και μάλλον στο ίδιο σημείο διάβασε ένα γκράφιτι που έλεγε: «ΠΟΛΛΕΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΧΩΡΙΣ ΝΟΗΜΑ. ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΠΑΛΙ ΦΕΥΓΕΙ. ΑΛΛΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΧΑΙΡΟΜΑΣΤΕ. ΜΑΛΛΟΝ…ΔΕΝ ΞΕΡΩ. ΘΑ ΕΡΘΩ ΝΑ ΣΕ ΔΩ». Ξέσπασε σε γέλια με την ιδέα ότι ίσως θα μπορούσε να είναι γι αυτόν.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s