-.-

Κουράστηκε η ψυχή στα πάνω κάτω. Κουράστηκε και αυτός στα πέρα δώθε. Στάθηκε κάτω από ένα δέντρο. Πέταξε τα ρούχα του και προσευχήθηκε. Ευθύς τα μάτια του άρχισαν να σταλάζουν δάκρυα, δάκρυα όξυνα, και του σχίσαν το δέρμα. Τα γόνατά του ματωμένα και η πλάτη του γεμάτα κόμπους. Χωρίς κεφάλι, περιπλανιόταν στην πόλη και έσκουζε και έκραζε και φώναζε συνθήματα. Ήταν μέσα σε όλους και μέσα σε όλα,      α ν ά μ ε σ α , χωρίς κεφάλι, χωρίς σκέψεις. Οι προσευχές δεν έφταναν στο θεό, η ελπίδα δεν είχε αξία. Μόνο η στιγμή. Η στιγμή την εκτόξευσης στον ουρανό. Και αν τα πόδια του δεν βαστούσαν πια το ακέφαλο σώμα του, και αν δεν είχε ένα όμορφο πρόσωπο, ένα καθαρός εύστροφο μυαλό μέσα στο κρανίο, σκέψεις που να απασχολούν αυτό το μυαλό, μάτια να προσπαθούν να εξηγήσουν τον κόσμο πως θα καταλάβαινε την ουσία των πραγμάτων. Δεν είχε διάθεση, δεν είχε κεφάλι, είχε μόνο χρόνο. Είχε και την τελευταία ελπίδα να είναι σαν την λερναία ύδρα, δικέφαλος, και ύστερα από μιάμιση ώρα παντρεύτηκε στην απομόνωση του κελιού του μια αράχνη, την τελευταία του παρόρμηση.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s