Γιατί;

Ήταν μόνος του. Περπατούσε μόνος του στους κρύους δρόμους της πόλης του. Σκυφτός με το κασκόλ του σφιχτά δεμένο στο λαιμό, λες και δεν φτάνουν όλα όσα μας πνίγουν, ή μπορεί να ήταν και ένας συμβολισμός, ή μια ασυνείδητη στιλιστική επιλογή που φανέρωνε την κατάστασή του. Πνιγμένος. Σε μια στιγμή κοντοστάθηκε. Πήρε μια ανάσα, σαν κάτι να ήθελε να πει. Σε ποιόν όμως; Τελικά δεν το είπε. Η σκέψη του χάθηκε για πάντα μαζί με άλλες ανείπωτες λέξεις, μαζί ανέκφραστες επιθυμίες, μαζί με ξεχασμένα όνειρα. Κλειδώθηκε στο κουτί του συλλογικού ασυνείδητου της ανθρωπότητας και ίσως κάποτε την ξανασυναντήσει κάποιος άλλος μοναχικός περαστικός και κατορθώσει να την εκφράσει. Ή ίσως ένα παιδί την πει στον πατέρα του και εκείνος γελώντας του δώσει μια χαζή απάντηση γιατί αφανώς δεν ξέρει να απαντήσει και αφετέρου οι μεγάλοι συνηθίζουν να δίνουν χαζές απαντήσεις στις εύλογες απορίες των παιδιών.

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s