Η Ιστορία του Λόρδου του FleshVille

Την ημέρα που έκλεινε τα δεκαοκτώ του χρόνια, ο Λόρδος του FleshVille κατάφερε και πέθανε. Μία μέρα πριν, την παραμονή των γενεθλίων του την γνώρισε.

Ήταν ένα φθινοπωριάτικο πρωινό του Σεπτέμβρη. Στο FleshVille, μια μικρή επαρχιακή πόλη της Κομητείας του Man, ήταν συνήθειο για τους αριστοκράτες να πηγαίνουν για κυνήγι με άλογο, μόνοι τους, την ημέρα πριν περάσουν στην ενηλικίωση. Έτσι έκανε και ο νεαρός Λόρδος, τελευταίος απόγονος την γενιάς του.

Καβάλα στο κατάμαυρο άλογό του, ο Λόρδος, διέσχισε όλη την Κομητεία ώσπου έφτασε στο Δάσος. Είχε βάλει στοίχημα με τον εαυτό του να γυρίσει πίσω έχοντας τουλάχιστον μία αλεπού. Σπιρούνιζε το άλογο, έφευγε ίσια μπροστά σα να πέταγε και το μακρύ μαλλί του χάιδευε τον αέρα. Ήταν νέος και όμορφος, με λίγο ρουφηγμένα μάγουλα και έντονο καρύδι στο λαιμό. Φορούσε την καλή στολή του και οι μπότες του ήταν γυαλισμένες που πάνω τους καθρεφτίζονταν η μάχη του ήλιου με τα σύννεφα.

Στο Fleshville οι πρώτες μέρες του Φθινοπώρου ήταν σίγουρα μάχες του ήλιου με τα σύννεφα! Ο ήλιος μάχονταν να δώσει φως στους ανθρώπους, να βλέπουν να κάνουν τις δουλειές τους άνετα μα τα σύννεφα, πυκνά, συμπαγή και γκρίζα φρόντιζαν να καλύπτουν κάθε σπιθαμή ουρανού, να την κάνουν απόκοσμη, να μοιάζει με ταφόπλακα.

Ωστόσο εκείνη την ημέρα το δάσος είχε μια ιδιαίτερη ομορφιά. Οι ακτίνες φιλτράρονταν μέσα στα σύννεφα και το φως έβγαινε ασημί, σαν του φεγγαριού μα πιο δυνατό, και έβαφε την πλάση. Ήταν ίσως η πρώτη φορά που συνειδητοποίησε ο νεαρός γιατί οι πρόγονοί του έβγαζαν περίεργες ιστορίες για ξωτικά και νεράιδες, για τελώνια και για μάγισσες. Ένιωθε πως όταν σμίγουν τα ζωντανά κάτω από αυτό το ασημένιο φως του ήλιου κάτι περίεργο συμβαίνει.

Περιπλανήθηκε κάτω από τα πανύψηλα δέντρα, καμάρωνε τον ίσκιο του τον λεβέντικο, χάζευε την βαριά ομορφιά της πατρίδας του. Ο ορίζοντας είχε μαυρίσει στο βάθος, κάπου έβρεχε ίσως και οσφραίνονταν το υγρό χώμα. Και εκεί που απολάμβανε την ζωή, ξάφνου είδε κάτι μπιμπιλωτά ματάκια να γυαλίζουν. Η αλεπού πετάχτηκε από έναν θάμνο και σαν να κατάλαβε τι πρόκειται να συμβεί έφυγε τρομαγμένη. Ο Λόρδος σήκωσε το όπλο, σημάδεψε, πυροβόλησε. Το μικρό ζώο έπεσε νεκρό μερικά μέτρα παρακάτω και ο νεαρός ήταν πολύ περήφανος γι’ αυτό. Περήφανος και ικανοποιημένος και χαρούμενος που τέλειωσε γρήγορα αυτή η δουλειά. Δεν μπορούσε να γυρίσει στο σπίτι με άδεια χέρια, ήταν ντροπή, και ο καιρός άρχισε να ψυχραίνει. Είπαμε, το πήγαινε για βροχή.

Έκανε να πάει να πιάσει το θήραμά του και όταν το πλησίασε ξαφνιάστηκε. Μια μαυροντυμένη νεαρή γυναίκα χάιδευε το νεκρό ζώο. Η γυναίκα σήκωσε το βλέμμα της. Ήταν χλωμή και όμορφη. Μαύρα κορακίσια μαλλιά πιασμένα σε μια αυστηρή κοτσίδα. Μακρύς λαιμός, λεπτά μακριά δάχτυλα με καλοσχηματισμένα νύχια βαμμένα μαύρα σαν φέρετρα. Κατάμαυρα μάτια, ψυχρά και υγρά, σαν κάτι να έκρυβαν, σαν κάτι να ήθελαν να πουν. Του άρεσε πολύ η περίεργη, η ελισαβετιανή ομορφιά της, υποκλίθηκε μπροστά της, την χαιρέτησε με το καπέλο του. Εκείνη δεν σήκωνε το βλέμμα της, κάθονταν γονατιστή και χάιδευε το νεκρό ζώο. Για μια στιγμή μόνο τον κοίταξε στα μάτια, του χαμογέλασε με ένα θλιμμένο χαμόγελο, του γύρισε την πλάτη και έφυγε.

Ανατρίχιασε το σώμα του Λόρδου, μούδιασαν τα ακροδάχτυλά του, ευχάριστα χτύπαγε η καρδιά του και στο στομάχι του ένιωθε να πετούν μικρές πυγολαμπίδες που ζέσταιναν τα σπλάχνα του με το φως τους. Πήρε το μικρό ζώο , το φόρτωσε στη σέλα του αλόγου του και ξεκίνησε για το παλάτι. Στο δρόμο την σκέφτονταν συνέχεια. Συλλογιζόταν πως γίνεται να μην την έχει ξαναδεί ποτέ τους. Προσπαθούσε να θυμηθεί με όλες τις λεπτομέρειες το πρόσωπό της. Την ήθελε δική του. Και κάπως έτσι, αφηρημένος καθώς ήταν, έχασε τον δρόμο του. Ο ουρανός θυμωμένος άστραφτε και βρόνταγε, τα σύννεφα άρχισαν να στάζουν, σταγόνες βροχής, ζεστές και χοντρές που όλο δυνάμωναν και ψύχραιναν. Μέχρι να φτάσει πίσω ο Λόρδος, τα ρούχα του είχαν μουλιάσει και ένιωθε τον πόσο στα μελίγγια. Το κεφάλι του έβραζε και κάπου μέσα στην παραζάλη του εμφανιζόταν το ψυχρό χαμόγελο της άγνωστης μαυροντυμένης κοπέλας. Έδωσε το θήραμα στον βαλσαμωτή να του αδειάσει τα εντόσθια, να το γεμίσει φορμόλη και μπαμπάκι, να το κάνει κούκλα να ζήσει για πάντα. Χαιρέτισε τους γονείς του άκεφα. Σωριάστηκε στο κρεβάτι του. Ο πυρετός το έκαιγε. Οι υπηρέτες τον έλουσαν, τον στέγνωσαν, τον ξάπλωσαν στο κρεβάτι να κοιμηθεί. Του έφερναν ζεστά ροφήματα και γιατρικά και μαντζούνια, του έβαζαν κομπρέσες.

Τα μάτια του είχαν θολώσει. Έβλεπε σκοτάδι.Και μέσα στο σκοτάδι ξ έκρινε μια γυναικεία φιγούρα. Η φιγούρα τον πλησίασε. Ήταν η νεαρή γυναίκα από το δάσος, το ίδιο χλωμή, μαυροντυμένη, με το ίδιο υγρό βλέμμα. Μόνο που τα μάτια της τώρα είχαν θερμάνει. Τον πλησίασε, τον έγδυσε, γδύθηκε και αυτή. Έλυσε τα μαλλιά της και χύθηκαν μέχρι τους γοφούς. Το σώμα της στεγνό, χλωμό, άτριχο. Μόνο πυκνές, μαύρες τρίχες γύρω από το αιδοίο της που κατέληγαν σε χνούδι μέχρι κάτω από τον αφαλό. Ανέβηκε από πάνω του. Ήταν παγωμένη, ήταν χλωμή, ήταν λεία! Μια γυναίκα φτιαγμένη από μάρμαρο! Τον φίλησε στο κούτελο, στο μεσόφρυδο, στα μάτια, στα χείλη. Γεύτηκε το φιλί της χωρίς αντίσταση. Μόνο που η γεύση του φιλιού της είχε κάτι αλλόκοτο. Ήταν μια γυναίκα που είχε την μυρωδιά του θανάτου αλλά εκείνος δεν νοιάζονταν. Μπήκε μέσα της, έκαναν έρωτα. Τον δάγκωνε, τον ρούφαγε στο λαιμό, έμπηγε τα νύχια της στο δέρμα του. Μια κραυγή ηδονής και πόνου και από τους δύο. Το αριστοκρατικό σπέρμα πότισε το μέσα της περίεργης γυναίκας η οποία εξαφανίστηκε αφού τελικά πήρε αυτό που ήθελε να πάρει: την πρώτη γέννα και την τελευταία πνοή του Λόρδου.

Η κραυγή αναστάτωσε το παλάτι. Ανέβηκαν στο δωμάτιο του νεαρού και τον βρήκαν γυμνό και μαραμένο. Το νεκρό του κορμί κείτονταν αφυδατωμένο, στεγνό. Τα μάτια του ήταν ορθάνοιχτα σαν να κοίταζαν με φρίκη και λαχτάρα προς το ανοιγμένο παράθυρο. Ένα ψυχρό αεράκι μπήκε και γέμισε το δωμάτιο πένθος. Το ρολόι του χωριού χτύπησε 12 φορές. Ο Λόρδος δεν πρόλαβε να ενηλικιωθεί. Το γένος του χάθηκε μαζί με αυτόν, ήταν Σεπτέμβρης του 1896.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s