Μια μέρα

Ο Κωνσταντίν καθόταν κάτω από ένα δένδρο, πάνω σε μια παλέτα, μόνος και άκουγε σκόρπιες λέξεις απο τριγύρω, άκουγε νότες και φάλτσα τραγούδια από μιά παρέα παραδίπλα, άκουγε τους ήχους της πόλης, ένα ασθενοφόρο, το σκουπιδιάρικο ένα μηχανάκι.

Οι λέξεις που συγκράτησε ήταν κάτι που ακουγόταν σαν “δικαστές”, “μπάτσοι”, “αφεντικά”, “επανάσταση”, “Χάξλευ”. Μια παρέα κουβέντιαζε για την “αστική δικαιωσύνη”, μια άλλη για την “αναιμακτη επανάσταση”. Τα σκουπιδιάρικα μάζευαν τα απομινάρια του ανθρώπινου γένους, ενώ το ασθενοφόρο κουβαλούσε μία ακόμα άρρωστη ψυχή.

Και τότε μία όμορφη γυναίκα πλησίασε τον Κωνσταντίν. Μια γυναίκα όχι σαν όλες τις άλλες. Άπρο το δέρμα της κάτασπρο, λία επιδερμίδα, τα μαλλιά της μαύρα σκούρα μακριά μέχρι τον κώλο, τα μάτια της ούτε γαλάζια, ούτε γκρίζα, τα δαχτυλά της σαν μικρά κεριά εκκλησίας με νύχια στρογγυλά και με μια ελιά στο σαγόνι. Η Γυναίκα αυτή ήταν ντυμένη στα μωβ και ξυπόλυτη.

Κοιτάζονταν στα μάτια, για πολύ ώρα, πράγμα που έκανε τον Κωνσταντίν να δυσφορεί, αλλά το βλέμμα της τον μαγνήτιζε τόσο που και να ήθελα να πάρει την ματιά του από πάνω της δεν μπορούσε. Αλλά και πάλι, και να μπορούσε να πάρει την ματιά του από πάνω της δεν ήθελε.

Και σε κάποια στιγμή, στιγμή αναπάντεχη, ο Κωνσταντίν άρχισε να χλωμιάζει, η πίεσή του κατέβηκε τόσο που ήταν σχεδόν πεθαμένος. Τότε έννοιωσε πως είναι μία σφαίρα να φεύγει από την κάνη κάποιου όπλου, κάποιου αγνώστου υπερασπιστή του κράτους, να σχίζει τον αέρα, να ακουμπάει την επιδερμίδα στο πίσω μέρος από το γόνατο- εκεί που σαν ήταν μικρός το ονόμαζε “μασχάλη του ποδιού” γιατί γαργαλιόταν τόσο πολύ. Η επιδερμίδα τρυπάει, η σφαίρα, καφτή από την τριβή, ακουμπάει τη σάρκα, σπάζει μια κεντρική αρτυρία, θριμματίζει το κόκκαλο, σπάνε οι σύνδεσοι που κρατάνε την κνήμη και την περόνη, σαν σιρματόσχοινα τεντωμένα σπάνε και οι μυς. Η σφαίρα αφού κάνει το μικρό της ταξίδι διαλύει την επιγονατίδα, ανοίγει μια τρύπα στο γόνατο όπου το αίμα αρχίζει να αναβλίζει, και χάνεται. Το αίμα γλιστράει από τις γάμπες και φτάνει στην κάλτσα που την ποτίζει. Πόνο δεν νιώθεις, μόνο μία τρομερή υπνηλία, μα δεν σε παίρνει να κοιμηθείς. . Το πόδι παραλύει, διπλώνει και τσακίζεσαι στο παγωμένο οδόστρωμα. Οι σπασμοί, ο πυρετός, το σακατεμένο πόδι. Η συνέχεια γνωστή.

Ο Χάξλευ φρόντισε να κάνει τη δουλειά ακριβώς όπως έπρεπε. Ένα τσούρμο ανθρώπων γύρω από τον Κόστια να του δίνουν νερό και να προσπαθούν να τον συνεφέρουν. Τα μάτια του Κόστια είχαν ξεραθεί τόσο που να τα ανοίξει δεν μπορούσε. Ένιωθε τα καπάκια των ματιών να τρίβονται πάνω στον αμφιβληστροειδή και δάκρυα δεν είχε, ούτε χαράς, ούτε λύπης, ούτε αυτά τα “ασήμαντα” δάκρυα που λιπαίνουν το μάτι. Ούτε σάλια είχε, ούτε ιδρώτα. Ο Κωνσταντίν ήταν ξεραμένος σαν μικρό λουλουδάκι.

Τότε κατάλαβε την επίσκεψη της περίεργης γυναίκας. Κατάφερε να νοιώσει τον πόνο της βίας. Μέσα σε λίγη ώρα φλέρταρε με την ξεκομμένη ελπίδα της άλλης σκέψης. Η συλλογική μνήμη, καταγραμμένη στο ασυνείδητο κάθε έμβιου οργανισμού, ξύπνησε άσχημες αναμνήσεις από το θυμικό. Τέτοιες αναμνήσεις που ο άνθρωπος, αλλά και κάθε ον που αναπνέει, πρέπει να έχει ξεχασμένες. Αυτές τις αναμνήσεις που δημιουργούν το Αυστηρά Ορισμένο Ήθος.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s