Στο καφενείο

Το χέρι του. Το δεξί. Ο αγκώνας ακουμπισμένος στο τραπέζι. Ο καρπός ελαφρά σπαστός, το ίδιο και τα δάχτυλα, στηρίζουν το κεφάλι. Τα δάχτυλα εφάπτονται με το δεξί μάγουλο. Το κεφάλι είναι ελαφρώς γερμένο στα δεξιά. Τα χείλια μισάνοιχτα. Τα μάτια μισόκλειστα, που και που ανοιγοκλείνουν. Το χέρι του. Το αριστερό. Ο αγκώνας ακουμπάει το μπράτσο της καρέκλας. Ο καρπός ελαφρά σπαστός στηρίζεται απαλά στην επιφάνεια του τραπεζιού. Τα δάχτυλα χτυπούν ρυθμικά πάνω στο τραπέζι. Πέφτει το μικρό, μετά ο παράμεσος, μετά ο μέσος, μετά ο δείκτης, μετά ο αντίχειρας. Τα πόδια ελαφρά τεντωμένα κάτω από το τραπέζι, σταυρωμένα το αριστερό πάνω απο το δεξί. Η λεκάνη δεν βολεύεται στην ξύλινη καρέκλα, το ίδιο και η μέση. Στο τραπέζι υπάρχει ένας κατάλογος, ένα ποτήρι με νερό, ένα μικρό ανθοδοχείο με τρία λουλούδια- δύο μοβ και ένα άσπρο.Τα χρώματα στο μαγαζί είναι γήινα, με πορτοκαλί φώτα. Οι θαμώνες είναι άσπροι, χλομοί. Ο καφές δεν έχει έρθει ακόμα. Ο χρόνος περνάει. Όλοι ξέρουν πως περνάει ο χρόνος μα κανείς δεν το αντιλαμβάνεται.

Ο χρόνος περνάει, περνάει και φεύγει και ο καφές μου δεν έχει έρθει ακόμα. Το χέρι μου, το αριστερό, δεν έχει σταματήσει να χτυπάει τον μονότονο ρυθμό. Ποτέ δεν χάνω τον ρυθμό. Ο ρυθμός είναι δείγμα ύπαρξης του χρόνου. Το δεξί μου χέρι το νιώθω λίγο μουδιασμένο και μάλλον το μάγουλό μου έχει κοκκινίσει. Τα χείλη μου παραμένουν μισάνοιχτα, τα μάτια μου μισόκλειστα. Το νερό είναι στην ίδια στάθμη εδώ και πολύ ώρα. Στην πραγματικότητα είναι στην ίδια στάθμη από τότε που μου το έφεραν. Δεν ήπια ούτε γουλιά γιατί είδα το ποτήρι λερωμένο. Ο καφές μου αργεί και η λεκάνη μου δε βουλεύεται στην ξύλινη καρέκλα. Τα πόδια μου παραμένουν σταυρωμένα και περιμένω τον καφέ μου. Ελληνικό διπλό σκέτο. Ο τύπος που κάθεται στο απέναντι τραπέζι έφτυσε στο πάτωμα, πράγμα που μου προκαλέι αηδία.

Μου την δίνει στα νεύρα ο μονότονος ήχος από τα δάχτυλά του. Τον κοίταξα πολλές φορές. Τα μάτια του όμως είναι μισόκλειστα και μάλλον δεν με βλέπει. Τι να κάνω για να του κεντρίσω την προσοχή; (φτύνει στο πάτωμα) Γιατί το έκανα αυτό; Δεν μου αρέσει να με αγνοούν. Ο χρόνος κυλάει και με πνίγει. Κοιτάζομαι στον καθρεύτη και αυτός με αντιμετωπίζει τόσο απαξιωτικά! Μου δείχνει τα μαλλιά μου που άρχισαν να ασπρίζουν. Τα μάτια μου έχουν θολώσει. Τα μαλλιά μου πέφτουν. Νιώθω τον χρόνο να σκαρφαλώνει πάνω μου και να προσπαθεί να με ρίξει. Δεν πέφτω, δεν είμαι ξοφλημένος, έχω ακόμα καιρό να ζήσω. Τι σκέφτομαι πάλι; Μα τι σκέφτομαι;

-Γκαρσόν! Ένα διπλό


Κι άλλο θέλει να πιει αυτός. Τον έχω βαρεθεί. Στο τέλος θα μου κάνει παζάρια. 3 διπλά και ένα τώρα 4.

Έφτασε, μάστορα.

Να μαζέψω αυτό το τραπέζι. Να βάλω το διπλό. Να το σερβίρω. Να πάω στον άλλο απέναντι μπας και αποφάσισε τι θέλει να πιει. Στέκεται τόση ώρα ακούνητος. Μα καλά δεν έχει πιαστεί ο κώλος τους; Μόνο τα δάχτυλά του κουνάει. Έχει τρελαθεί ο κόσμος. (μαζεύει το τραπέζι, το πάει στη λάτζα) Ένα διπλό. 4 ευρώ. Το 4ο διπλό όμως, σύνολο 16 ευρώ. (το πάει)

-Στην υγειά σου μάστορα

– Να’ σαι καλά παλικάρι μου.

Να πάω στον παλαβό. Κοιμάται; Δεν με ακούει που του μιλάω; Έχει τα μάτια μισόκλειστα, τα χείλη μισάνοιχτα και μόνο χτυπάει τα δάχτυλά του στο τραπέζι.

(ο πράσινος πετάει το νερό στη μούρη του κόκκινου. Ο μπλε χτυπάει το ποτήρι με το διπλό στο τραπέζι και αυτό σπάει. Το ποτήρι όχι το τραπέζι. Ο κόκκινος αλλάζει στάση στα πόδια του, σταυρώνει το δεξί πάνω από το αριστερό. Ο πράσινος φέρνει καινούριο νερό στον κόκκινο και σκουπίζει τα γυαλιά από το ποτήρι που έσπασε ο μπλε. Ο μαύρος κλείνει την παρένθεση)

Advertisements

2 responses to “Στο καφενείο

  1. Μήπως έχουν κάτι κοινό όλοι αυτοί οι χρωματιστοί ?
    Μήπως όλοι ανήκουν σε κάποια ομάδα?
    Τελικά τι είναι αυτό που μας κάνει να γινόμαστε μέλη μιας ομάδας?
    Μήπως ο φόβος της μοναξιάς μας κάνει να θέλουμε να ενωθούμε με ένα πλήθος, όπου μπορούμε να νοιώθουμε άνετα και να μην είμαστε μόνοι?
    Το να είσαι μόνος, υπό αυτή την έννοια, είναι μια φοβερή εμπειρία. Δεν ανήκεις σε καμιά οργάνωση, ιδεολογία, θρησκεία.
    Απλώς υπάρχεις. Κι έχεις φτάσει στο σημείο να ξέρεις πώς να είσαι με τον εαυτό σου.
    Έχουν εξαφανιστεί οι ανάγκες σου για τους άλλους.
    Άλλωστε το να βλέπεις τους άλλους μπλε, πράσινους, κόκκινους και μαύρους δεν είναι η πραγματικότητα.
    Είναι ο τρόπος που «χρωματίζονται» στα μάτια μας. Η μόνη πραγματικότητα είναι το φως.

  2. μπλε κοκκινο μαυρο και πρασινο πραγματικα ειναι τυχαια χρωματα… ασυνειδητα ισως πηγε στο πολιτικο το ολο πραγμα απλα ηθελα να τους δωσω «χαρακτηρα» χωρις να τους δωσω ονομα για να μπορεσω να περιγραψω τις κινησεις τους και τις αλληλεπιδρασεις τους…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s