Ένας φυσιολογικος άνθρωπος

Του έκανε εντύπωση αυτό που είδε. Το κοίταξε λίγα δευτερόλεπτα, έξυσε το κεφάλι του, κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι. “Έτσι θα είναι”, σκέφτηκε. Ξαναφόρεσε το καπέλο του, έφτιαξε το γιακά του και συνέχισε το δρόμο του. Κάθισε σε ένα παγκάκι, έβγαλε τα γάντια του, άναψε τσιγάρο. Κάθε τρεις τζούρες τίναζε τη στάχτη του. Κάθε τρεις τζούρες ή κάθε δεκαπέντε δευτερόλεπτα. Σηκώθηκε και έφυγε. Στο δρόμο θυμήθηκε πως είχε ξεχάσει τα γάντια του στο παγκάκι και γύρισε να τα πάρει.

Τα βρήκε ακριβώς εκεί που τα είχε αφήσει. Ίσως δεν είχε περάσει κανείς από εκεί όση ώρα τα είχε ξεχάσει, ίσως να πέρασε κάποιο και να μην τα είδε ή να τα είδε και να μην τα πήρε. Μπορεί να μην τα πήρε επειδή “δεν ήταν σωστό”, υπάρχουν ακόμα τέτοιοι άνθρωποι. Μπορεί να μην ήταν του γούστου του και τότε σίγουρα θα σκέφτηκε πόσο κακόγουστος ήταν αυτός που ξέχασε τα γάντια του στο παγκάκι, ενδεχόμενο που τον έκανε να νιώθει λίγο στενάχωρα. Μπορεί να τα δοκίμασε αλλά να μην του έκαναν. Αυτή η ιδέα του άρεσε καλύτερα, αν και μάλλον είχε καταλήξει να πιστεύει πως το πιο πιθανό ήταν να μην έχει περάσει κανένας όσο τα γάντια ήταν ακουμπισμένα στο παγκάκι.

Με την ευκαιρία της επιστροφής του άναψε και άλλο ένα τσιγάρο. Κάθε τρεις τζούρες ή δεκαπέντε δευτερόλεπτα το τίναζε. Τον πλησίασε και ένας σκύλος. Ούτε όμορφος ούτε άσχημος. Είχαν πλάκα τα αυτιά του και η μια καφέ βούλα γύρω από το αριστερό του μάτι. Του χάιδεψε λίγο το κεφάλι. Πέταξε το τσιγάρο, καθάρισε τα γυαλιά του, έφτιαξε το γιακά του, φόρεσε τα γάντια του, άνοιξε την ομπρέλα του- είχε ήδη αρχίσει να ψιχαλίζει- και έφυγε.

Ύστερα από λίγο έφτασε σπίτι του. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει αν και τα φώτα στους δρόμους δεν είχαν ανάψει ακόμα. Είπε μια καλησπέρα στον θυρωρό και του ζήτησε την αλληλογραφία. Δεν του είχαν στείλει τίποτα εκτός από κάτι λογαριασμούς. Μπήκε στο ασανσέρ, πάτησε το κουμπί. Το ασανσέρ έφτασε στον όροφο που έπρεπε. Πήγε να χτυπήσει την πόρτα που έπρεπε αλλά δίστασε. Έφτιαξε το καπέλο του, γύρισε την πλάτη του και ανέβηκε με τα πόδια άλλον ένα όροφο για να φτάσει στο διαμέρισμά του.

Ο κόσμος του τον περίμενε όπως τον είχε αφήσει. Το κρεβάτι ξέστρωτο, το φως στο μπάνιο ανοιχτό, χθεσινός καφές στην καφετιέρα, δύο ποτήρια κρασί στο σαλόνι΄- το ένα με κόκκινο κραγιόν, η αφίσα στο διάδρομο να έχει ξεκολλήσει. Ξανακόλλησε την αφίσα, και μάζεψε τα δυο ποτήρια κρασί και συγύρισε λίγο, μόνο το κρεβάτι του άφησε ξέστρωτο. Σε λίγο θα πλάγιαζε έτσι κι αλλιώς… “Δεν είχε νόημα”. Πριν πλαγιάσει, έκανε ένα μπάνιο. Μετά έγραψε στο σημειωματάριο του:

“ Τίποτα σημαντικό σήμερα, χθες είχε ενδιαφέρον αλλά και πάλι τι να το κάνεις; Αύριο πως θα είναι; ”

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s