ΧΕΛ

“Δεν τους φοβάμαι… είναι φίλοι μου οι βρυκόλακες.”

Για μια στιγμή ξάπλωσες ανάσκελα και όλα γύριζαν στον ουρανό. Μικρά πυροτεχνήματα μέσα στο κεφάλι σου, ίσως κύτταρα που σκοτώνονταν, αναμνήσεις που έσκαγαν και ένα παρατεταμένο βουητό στα αυτιά. Δεν υπάρχει ελευθερία όσο υπάρχουν σύνορα στο κορμί, δεν υπάρχει ειρήνη όσο υπάρχει δουλεία και εκμετάλλευση. Η ζωή, τα λίγα λεπτά που σου έμεναν να ζήσεις δηλαδή, και κάτι που αγάπησες και έπρεπε να το κουβαλάς πάντα μαζί σου, ο σταυρός σου, η καταδίκη σου και ταυτόχρονα η λύτρωση. Κάποτε με είπες φίλο, κάποτε γνωστό, κάποτε εραστή, κάποτε σύντροφο. Η δύναμη της συνήθειας σε πήρε μακριά. Τώρα με λες… δε με λες… Έχεις καιρό να μου μιλήσεις, τώρα απλά κάθεσαι στα σκοτεινά υπόγεια που ζέχνουν την σαπίλα των ημερών που πέρασαν. Οι σπασμένοι καθρέφτες δείχνουν αλλοιωμένη την πραγματικότητα, μάτια μου, μα δεν το καταλαβαίνεις. Δεν τολμάς να το καταλάβεις. Σε αυτούς κοιτάζεσαι και σε βλέπεις άσχημη και πας να σιάξεις λίγη ομορφιά με κραγιόνια στα χείλη και μπιχλιμπίδια, λες και δε ξέρεις, λες και δε σου είπαν ποτέ, και εγώ και τόσοι άλλοι, πόσο όμορφη είσαι, πως τα μάτια σου θυμίζουν καταρράχτες που πλάσματα της φαντασίας, ξωτικά, νεράιδες, νάνοι και τέτοια μπορούν μόνο να τα διαπεράσουν.

Στέκεσαι στάσιμη, στατική σαν μια σαδιστικά στερεότυπη στατιστική. Στηρίζεσαι στη στέρηση. Στερείσαι τη στεριά, στρέφεσαι στη στείρα στύση και στιγματίζεσαι. Στο στόμα, στο στέρνο, στο στήθος σου στριφογυρίζω και στραπατσάρομαι. Στρώνω στολίδια και στρας στη σταχτιά στυγνότητα. Στέργω σταγόνες σταφυλιού, στυφές. Στέλνω στίχους στρογγυλούς και στρατιές στωικών στυλιτών. Ο στυλοβάτης στο στρώμα σου στριγκλίζει: “στο στανιό”. Στροβιλίζεσαι, στροφάρω, στρατεύεσαι, στριμώχνομαι, στραβομουτσουνιάζεις, στρατίζω, στραβοκοιτάζεις, στιγματίζεις και στιγματίζομαι. Στορώ με στοργή στιχουργήματα. Η στίλβη των στιγμών στις στοές, σα στιλέτα τα στιγμιότυπα στο στερέωμα. Στεφάνια στους στρατιώτες, στέμματα στους σταυροφόρους. Και στα στέκια να σταλιάζουνε οι στεναγμοί. Στράφι…

Μα όμως κούκλα μου ξέρεις πως γυρίζουν τούμπα οι καιροί και οι λυγμοί και οι στενοχώριες και τα δάκρυα και οι φουρτούνες της καρδιάς γίνονται θάλασσες από λάδι. Πόσο θα ήθελα να μην υπήρχε πριν, να μην υπάρχει ύστερα και να σου’ δειχνα, ομορφιά μου, πως είναι να ζεις χωρίς ελπίδα. Κατάμονος, περιμένοντας που σε πηγαίνουν σε άγνωστους προορισμούς, τρένα με μοναδικούς επιβάτες τους φόβους και τις ενοχές σου. Και η μόνη σωτηρία σου, η σκέψη, προδότρα και αυτή, πλανεύτρα, σε κοιτάζει παραμορφωμένο μέσα από κουτάλια, κοίλα κάτοπτρα, παλαιωμένα, φθαρμένα τζάμια, σε κοιτάζει μέσα από ποτήρια με βρώμικο κρασί. Χορεύει και χάνεται, δε σε υπολογίζει πια, δε σε σέβεται. Φοράει τα ρούχα της Οφηλίας και σε αποχαιρετά.

Κάπου, κάπως, κάποτε ήταν ένα παιδί. Καθόταν στην άκρη ενός δρόμου, ακουμπισμένο σε ένα τοίχο και όλο έκλαιγε. Όταν έχασε και το τελευταίο δάκρυ του με ξυράφι άνοιξε δυο τρυπούλες στα μάτια του και αίμα έτρεχε καυτό, στα μαλακά του μάγουλα…
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s