Για τον Κ. Γ.

Στον Δόγη έφεραν κάποτε μία τουρκάλα χανούμισσα για δώρο, λέει. Το είχαν έθιμο από παλιά να δίνουν οι Τούρκοι γυναίκες ως αντάλλαγμα μιας καλής διπλωματικής σχέσης. Για την άμοιρη την τουρκάλα όμως αυτό ήταν η καταδίκη της. Δεν ήθελε να φύγει για τις δυτικές χώρες. Όταν όμως είδε τον Δόγη αμέσως τον ερωτεύτηκε σφόδρα. Εκείνος μισούσε την τουρκάλα, γιατί μισούσε τους τούρκους. Πλάγιαζε στο κρεβάτι μαζί της βγάζοντας τις πιο μεγάλες του διαστροφές, χωρίς ποτέ να έχει καταλάβει τον μεγάλο έρωτα της χανούμισσας για αυτόν. Μία αλλόθρησκη, μια ξένη, που ομολογουμένως ήξερε τα μυστικά του κρεβατιού. Εκείνη απλά τον κοίταζε με τα κατάμαυρα μάτια της όταν τον έπαιρνε ο ύπνος και του χάιδευε τα μαλλιά και του ψιθύριζε λόγια αγάπης στη γλώσσα του, μήπως μπουν στα όνειρά του και μπορέσει να την αγαπήσει. Κάθε βράδυ. Μάταια. Έκανε μαζί της 7 παιδιά και τα 7 τα έστειλε στρατηλάτες στις πιο τρομερές μάχες, σε αυτές που ήξερε ότι ο στρατός του θα καταποντιστεί και τα παιδιά του τα ημίαιμα θα βρίσκαν φριχτό τέλος το δίχως άλλο. Νεκροί ή δούλοι στις πέρα χώρες της Αραβίας. Κάποτε όμως πέρασαν τα χρόνια. Η τουρκάλα πέθανε και θάφτηκε χωρίς καμία τιμή και γέρος πια ο Δόγης αποφάσισε να παραιτηθεί από τα αξιώματά του και να τα δώσει αλλού. Μια μέρα λοιπόν φώναξε τον γραφιά του παλατιού για να του υπαγορεύσει τα απομνημονεύματά του και αυτά να μείνουν για πάντα στην ιστορία, πράγμα καθώς πρέπει. Δεν του είπε για τη ζωή του, για τα κατορθώματά του. Του είπε μόνο για το βαθύ εγώ του και πως προσπάθησε να το πολεμήσει αλλά ποτέ δεν τα κατάφερε. Του είπε και για την ξένη γυναίκα που κοιμόταν μαζί της τόσα χρόνια, που του χάρισε 7 παιδιά- και τα 7 νεκρά, που κάθε μέρα άκουγε τα γλυκά της λόγια μα ποτέ δεν έδωσε μια απάντηση γιατί το μόνο που ερωτεύτηκε σε αυτήν ήταν η εικόνα που είχε φτιάξει εκείνη για τον ίδιο. Του είπε χαρακτηριστικά:

“ Το ήξερα πως εκείνη η γυναίκα περίμενε από εμένα να της δώσω κάτι που δεν ήθελα. Δεν προσπάθησα ποτέ να μπω στη θέση της, να καταλάβω πως νιώθει, δεν την πήρα ποτέ μια τρυφερή αγκαλιά. Οι συνθήκες με έκαναν σκληρό. Ο Δούκας ποτέ δεν πρέπει να είναι ένας αδύναμος κρίκος, δεν πρέπει να είναι ευάλωτος και όλοι ξέρουμε πόσο ευάλωτος είναι ο άντρας ο παθιασμένος από τον έρωτα για μια γυναίκα. Έπρεπε να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων για να μην χάσω την δύναμή μου. Και εκείνη η γυναίκα ήξερε να με κάνει να νιώθω δυνατός. Γι αυτό την κράτησα στην κάμαρά μου μέχρι τα βαθιά γεράματα. Γιατί από το τίποτα που της έδωκα πήρα μόνο αγάπη. Γι αυτό δεν την στεφανώθηκα ποτέ. Γιατί ήθελα να μιλάει μόνο για μένα χωρίς εγώ να δίνω λόγο. Γι αυτό δεν της ζητιάνεψα ένα φιλί. Γιατί τα φιλιά της μου τα έδινε από μόνη της, τέτοια φιλιά παθιασμένα που δεν μου ταίριαζαν, κι όμως τα ήθελα δικά μου. Γι αυτό δεν την έθαψα με τιμές. Γιατί έχασε μια ολόκληρη ζωή παραμένοντας πιστή πλάι μου, πράγμα που εγώ δεν το άξιζα. Έφαγα τη σάρκα της, μέχρι και τα κόκαλά της, ρούφηξα το αίμα της. Ξεδίψασα από τον ιδρώτα της. Λούστηκα με τα δάκρυά της. Ζωντάνεψα με το γέλιο της γιγαντώθηκα με τον οργασμό της, έγινα βρυκόλακας και τώρα φεύγω ταπεινωμένος. ”

Τέτοια λόγια είπε και έφυγε όντως ταπεινωμένος. Έκοψε την κορόνα του νομίσματα και τα μοίρασε στους δούλους του παλατιού. Πήρε μια αλλαξιά ρούχα, λίγο νερό και λίγο φαΐ. Καβαλίκεψε ένα γαϊδουράκι και έφυγε μακριά. Δεν τον ξαναείδε κανείς παρά μόνο ένας βοσκός τον βρήκε νεκρό, χλωμό, σαπισμένο να τον έχουν κατασπαράξει όρνια, ζώα και σκουλήκια με ένα σημείωμα στο χέρι του που έγραφε:

“Εγώ πέθανα, το εγώ μου όμως όχι.”

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s