Πώς έγινα άνθρωπος…

Ήταν ένας τυπάκος που καθόταν κάτω από ένα δέντρο ανέμελος σε ένα όμορφο μέρος με λουλούδια και χορτάρι και δέντρα, δίπλα σε μια λιμνούλα όλα αυτά, και έπαιζε φλογέρα. Και εκεί που ο φίλος μας είχε βρει έναν ωραίο σκοπό στη φλογέρα του, τσουπ!, χωρίς καμιά προειδοποίηση έρχεται ένας γεράκος μπροστά του, πολύ σεβαστή φυσιογνωμία, γαλήνια και ευγενική, και του λέει: “Μικρέ ως εδώ ήταν! Πρέπει να πληρώσεις το χρέος σου για την φιλοξενία μας σε αυτό το ωραίο μέρος!”. Ο τυπάκος αλληθώρισε, άλλαξε τέσσερα πέντε χρώματα και απάντησε με τρεμάμενη φωνή: “Μα δεν έχω λεφτά.”. Ο κυριούλης του είπε ότι δεν χρειάζεται λεφτά. Το μόνο που χρειάζεται είναι να κλείσει τα μάτια του πολύ σφιχτά και αμέσως θα βρεθεί σε ένα μέρος στο οποίο θα μείνει μερικές δεκαετίες και με αυτόν τον τρόπο θα πληρώσει το χρέος του.

Και το έκανε ο μικρός και βρέθηκε μέσα σε ένα σκοτεινό μέρος και υγρό. Δεν άκουγε τίποτα! Δεν ήταν τίποτα παρά ένας σωρός από κάτι περίεργα πραγματάκια, που αργότερα όταν πήγε σχολείο έμαθε πως λέγονται “κύτταρα”. Κάποτε μεγάλωσε σε αυτό το σκοτεινό μέρος. Μεγάλωσε πολύ μάλιστα όπως νόμιζε και άρχισε να φοβάται. Μια μέρα αποφάσισε να βγει έξω… Δυσκολεύτηκε λίγο γιατί έπρεπε να περάσει το κεφάλι του από μια μικρή τρύπα αλλά τελικά τα κατάφερε! Τότε είδε πολλούς άλλους ανθρώπους που έβγαζαν κάτι περίεργους ήχους και τον κοίταζαν με περιέργεια και τρόμαξε τόσο που έβαλε τα κλάματα. Το κλάμα του σταμάτησε όταν είδε τον άνθρωπο μέσα στον οποίο ζούσε για τόσο καιρό. Μάλιστα υπήρχε και ένα κορδονάκι που συνέδεε αυτόν με τον άλλο άνθρωπο, που αργότερα έμαθε πως λέγεται “γυναίκα” και μάλιστα πως πρέπει να τη φωνάζει “μαμά”. Αργότερα έμαθε να βγάζει και όλους αυτούς τους περίεργους ήχους με το στόμα του και κάθε ήχος αντιστοιχούσε σε ένα αντικείμενο ή μία έννοια ή ένα πρόσωπο κλπ.

Έμαθε να μιλάει! Έμαθε να μιλάει για “έρωτα” και “αγάπη” χωρίς να ξέρει τι είναι. Έμαθε τι είναι “πόλεμος”, μέσα από ένα πράγμα τετράγωνο που λέγεται “τηλεόραση” και στην αρχή νόμιζε ότι ήταν κάτι σωστό, που πρέπει να γίνεται και γι αυτό έπαιζε τον πόλεμο στο δρόμο με κάτι άλλους

μικρούς ανθρώπους που αργότερα δεν ξαναείδε ποτέ, γιατί ο άνθρωπος που λέγεται “μπαμπάς” τους ανάγκασε να πάνε σε ένα σπίτι σε μια άλλη γειτονία λόγω μιας “υποχρέωσης” που λέγεται “δουλειά” και που αυτή η υποχρέωση είναι απαραίτητη για να ζουν οι άνθρωποι. Έμαθε πότε πρέπει να είναι χαρούμενος, πότε να γιορτάζει, πότε να στεναχωριέται, πως να μιλάει και να συμπεριφέρεται σε ανθρώπους που, για παράδειγμα, είναι μεγαλύτεροι σε ένα πράγμα που λέγεται “ηλικία” από αυτόν και γενικά τέτοια πράγματα! Μάλιστα πήγε και σε ένα άλλο σπίτι, κτίριο, που λέγεται σχολείο για να τα μάθει όλα αυτα… Και εκεί μα την αλήθεια νόμιζε πως έμαθε τα πάντα.

Όταν μεγάλωσε λίγο παραπάνω ο φίλος μας σταμάτησε να μαθαίνει γενικά πράγματα ώστε να ερμηνεύει τα απλά συναισθήματα και καταστάσεις που τον περικυκλώνουν. Άρχισε να ψάχνει λέξεις που να αντιπροσωπεύουν τα όσα ένιωθε και τα όσα του αποσπούσαν την προσοχή. Έμαθε για ένα πράγμα που λέγεται “πάλη των τάξεων”, έμαθε για σπουδαίους ανθρώπους όπως ο Μαρξ ή ο Φρόηντ ή ο Πλάτωνας. Και όλα αυτά τα πράγματα τον γέμιζαν. Ένιωθε πως γίνεται σημαντικός. Στο μεταξύ γνώρισε και ένα περίεργο πλάσμα που ονομάζεται “γυναίκα” αλλά ήταν διαφορετική από την “γυναίκα” που αποκαλούσε “μαμά”. Και τότε έμαθε στην πραγματικότητα τι σημένει “έρωτας” και “αγάπη” και κατάλαβε πως κάποια πράγματα δεν πρέπει να αντιστοιχούν σε λέξεις. Έμαθε πως οι λέξεις είναι φτηνές για να περιγράψουν τέτοια συναισθήματα. Για να μην σας αφήσω με την περιέργεια αργότερα βρήκε αυτή τη “γυναίκα” να “γαμιέται” με έναν άλλο άνθρωπο (σσ “γαμιέται” είναι ένας λιγότερο ευγενικός τρόπος ώστε να περιγράφεις την μετουσίωση της λέξης “έρωτα” και το πως αυτός εκφράζεται με το σώμα) και έτσι αποκάλεσε αυτή τη γυναίκα, που μέχρι πρότινος ήταν τόσο σημαντική για εκείνον, “πουτάνα”. Τελικά το μετάνιωσε για διάφορους λόγους, πρώτον επειδή χρησιμοποίησε μια ουσία που λέγεται αλκοόλ και του προκαλούσε μια πλαστή ευδαιμονία. Δεύτερον γιατί γνώρισε μια άλλη γυναίκα για την οποία ένιωσε ακριβώς τα ίδια πράγματα αλλά με διαφορετικό και μοναδικό τρόπο. Τρίτον γιατί κατάλαβε πως οι πουτάνες δεν είναι κάτι κακό απαραίτητα. Και τέλος πάντων επειδή κατά κάποιον τρόπο, και αυτό ήταν γενική ομολογία όλων των ανθρώπων που τον περιτριγύριζαν, ήταν από το είδος των ανθρώπων που ονομάζονται “αισιόδοξοι” και “καλόκαρδοι”.

Από καιρό σε καιρό σκεφτόταν τι πρόκειται να γίνει μετά από όλο αυτό το πράγμα που ζούσε, ή τι γινόταν πριν. Και δεν μπορούσε να θυμηθεί ότι ο λόγος που βρισκόταν στη γη ήταν ένα χρέος που είχε στο μέρος που έμενα παλιά και εδώ ονομάζουν “παράδεισο”. Και περνούσαν τα χρόνια και οι μέρες και η ζωή του ήταν η ζωή ενός ανθρώπου όχι και τόσο συνηθισμένου μα όχι κάποιου σπουδαία σημαντικού. Με την προσπάθειά του ήρθαν στον κόσμο άλλοι δύο μικροί άνθρωποι, που αργότερα έμαθαν περίπου με τον ίδιο τρόπο όλα όσα είχε μάθει αυτός τόσο καιρό και κάποια παραπάνω. Και αυτοί οι άνθρωποι έφεραν στον κόσμο νέους ανθρώπους. Και ο τυπάκος μας έφτασε σε μία κατάσταση που λέγεται “γέρος”, και τα μαλλιά του άσπρισαν και τα δόντια του έπεσαν και το δέρμα του χάλασε και έγινε άσχημος στην όψη γλυκός όμως στην ψυχή. Αλλά μάλλον το χρέος του ήταν αρκετά μεγάλο ή έγινε κάποιο μπέρδεμα στο μέρος που ζούσε παλιότερα γιατί αν και είχε φτάσει στα 200 περίπου χρόνια, και είδε με τα μάτια του τους φίλους του και τα παιδιά του να πεθαίνουν, είδε πολέμους και καταστροφές, είδε επαναστάσεις και γιορτές, δεν μπορούσε να επιστρέψει… Έτσι μια μέρα, και ενώ στο μεταξύ η σκέψη του είχε φτάσει σε ένα σημείο αυτογνωσίας όπου θυμήθηκε με κάθε λεπτομέρεια το μέρος που ζούσε με την λίμνη και το δέντρο και τα λουλούδια, και θυμήθηκε και τη φλογέρα του πήρε την απόφαση να επιστρέψει με το έτσι θέλω.

Έκλεισε τα μάτια του σφιχτά, έχυσε ένα δάκρυ, πήρε μια χούφτα από κάτι πραγματάκια που λέγονται χάπια και ξάπλωσε, ώσπου ένιωσε τα βλέφαρά του βαριά. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει διαφορετικά, τα ξυλιασμένα ποδαράκια του έτρεμαν για λίγο και άρχισε να παγώνει. Τον πήρε ένας γλυκός ύπνος και στο τελευταίο όνειρό του είδε δύο φορές όλη του τη ζωή σε επανάληψη. Δεν ήταν και τόσο ενδιαφέρον αλλά είχε την πλάκα του. Τελικά κατέληξε στο μέρος που βρισκόταν πριν αρχίσει όλο αυτό το ταξίδι, και μα την αλήθεια δεν θυμόταν τίποτα από όσα έγιναν. Ο τυπάκος συνάντησε τον γαλήνιο γέρο και τον ρώτησε πόσο καιρός πέρασε από τότε που έλειπε. Ο γέρος του έδωσε μια απάντηση που σε ανθρώπινα λόγια θα ήταν κάτι μεταξύ 3 και 4 δευτερολέπτων. Ο τυπάκος χαμογέλασε και σκέφτηκε: “Τόσο μικρή ήταν η ζωή;” και ο γέρος του είπε “Ναι, αλλά κατάφερες να την κάνεις αιώνια και μπράβο σου για αυτό”. Ο τύπος είπε: “Θέλω να ξαναγυρίσω” και ο γέρος του απάντησε: “Θα ξαναγυρίσεις, έχεις ζήσει στην γη 21 φορές και αν βάλεις και 2 φορές που η ζωή σου εκέι δεν ήταν τόσο ευχάριστη και αποφάσισες να την τελειώσεις πρόωρα για τους δικούς σου λόγους μας κάνουν 23.” Ο τυπάκος χαμογέλασε, πήρε την φλογέρα στα χέρια του και συνέχισε να παίζει.

Πριν όμως αυτοκτονήσει ο τύπος μας με τα χάπια, πρόφτασε να γράψει ένα γράμμα που το βρήκα εγώ. Νόμιζα πως το γράμμα θα έγραφε μέσα όλου το κόσμου τη σοφία. Ήταν απλά μια φράση, μια φράση που έλεγε: “Η ζωή είναι ένα παιχνίδι που κερδισμένος τελικά βγαίνει αυτός που έχει χάσει τις πιο πολλές φορές. Σας σέβομαι, Σας αγαπάω, Με βρίσκω σχεδόν συμπαθητικό.”

Advertisements

4 responses to “Πώς έγινα άνθρωπος…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s