Μάθημα 2ο

<!– @page { size: 21cm 29.7cm; margin: 2cm } P { margin-bottom: 0.21cm } –>

Θεός δεν υπάρχει. Είναι μία ανθρώπινη επινόηση που από πίσω της κρύβει όλη την ανασφάλεια, όλους τους φόβους, όλο τον εγωισμό της φάρας μας. Το σαληγκάρι δεν έχει θεό. Όχι γιατί δεν φοβάται τον θάνατο ας πούμε (δεν μπορώ καν να σκεφτώ αν γίνεται αυτό σε ένα πλάσμα που έχει μόνο ένα καβούκι- ή καύκαλο- για να προστατευτεί από ολόκληρο τον κόσμο), αλλά γιατί η δέσμευση από έναν θεό το κάνει να μυρίζει ανθρωπίλα.

Το σάπιο και στερημένο κουφάρι του καθενός ζητάει μία λύτρωση, ζητάει μία μετά θάνατο ζωή, ψάχνει να βρεί ένα ευτυχισμένο τέλος σε ο,τιδήποτε. Κανείς δεν σκέφτεται πως το καλό είναι και αυτό κάτι σχετικό. Όλοι θέλουν ένα αόρατο χέρι που αφενώς να κρατάει έναν βούρδουλα και να τους δείχνει τι είναι “σωστό” και τι “λάθος” τι είναι “ηθικό” ναι “νόμιμο” και τι όχι και αφετερου να κρατάει ένα σφουγγάρι και να ξεπλένει (δανείζομαι την έκφραση) τις αμαρτίες τους. Λες και όλες οι πράξεις στον κόσμο μπορούν να μπουν σε τέτοιες κονσέρβες απ’ αρχής των.

Το σαληγκάρι λέει πως ο θεός θα έπρεπε να έχει ένα παχύ γκρίζο μουστάκι, χέρια ροζιασμένα, πρόσωπο σκαμμένο. Ο θεός πρέπει να είναι τσίφτης. Να γυρνάει με γυναίκες, να πίνει κρασί, να καπνίζει ναργιλέ και να παίζει με ένα χοντρό κομπολόγι από κουκούτσια. Το σαληγκάρι λέει πως ο θεός πρέπει να είναι μια γυναίκα παχουλή, με σχισμένο καλσόν, μια πόρνη που ανοίγει τα πόδια της όπου βρει άντρα για γαμήσι. Το σαληγκάρι λέει πως ο θεός πρέπει να είναι ένα μαύρο παιδί απο την αιθιωπία, τουμπανιασμένο από την πείνα, τα μάτια του να στάζουν θλίψη και πόνο που θα παίζει σε έναν μικρό λάκκο με απόνερα (ή σκατά αγελάδας, δεν με απασχολεί) ξετσουτσούνοτο, με μόνη συντροφιά τις μύγες και ενώ άλλα παιδάκια πεθαίνουν δίπλα του. Για να μην τα πολυλογώ θεός για το σαληγκάρι είναι ο κάθε πονεμένος (έστω και με βάση την σημερινή “ηθική” άνθρωπος), κάθε ταλέπωρος που βρίσκει την ζωή στα απλά, κάθε περιθωριακός, κάθε τέτοιος που χαίρεται τις αδυναμίες του. Ναι! Αυτό! Ο θεός είναι ένας άνθρωπος με αδυναμίες.

Από μικρούς μας μαθαίνουν να κάνουμε το καλό. Ξέρουν τι είναι καλό. Ξέρουν τι είναι καλό γενικά αλλά και για εμάς. Ξέρουν το καλό μας. “Αυτό είναι κακό! Μην το ξανακάνεις!” , θα κάνω ότι γουστάρω είναι η απάντηση και θα ανακαλύψω μόνος μου αν αυτό είναι καλό ή όχι. Αν με ικανοποιεί, ναι ρε διάολε, αυτό είναι καλό. Έχεις το δικαίωμα κοινωνία να με κρίνεις σύμφωνα με τα δικά σου γαμημένα πρότυπα όμως δεν θα με δικάσεις επειδή αυτό ή το άλλο είναι καλό ή κακό! Να με κρίνεις με γνώμονα το αν αυτό σου ταιριάζει ή όχι. Εμένα με κάνει χαρούμενο να κλέβω τσίχλες από το περίπτερο! Κάθε που κλέβω μια τσίχλα τρέχω στην πιο κοντινή πλατεία, σκίζω το χαρτάκι με μανία, κλείνω τα μάτια μου. Την γεύομαι και την μασουλάω σιγά σιγά, αφού νωρίτερα την έχω κάνει κανα- δυο σβούρες στον ουρανίσκο μου, μετά κάνω μία φούσκα. Αυτό όμως που με κάνει χαρούμενο λέγεται “κλεψιά” και είναι “κακό”.

Ο παράδεισος είναι σκατά. Έχω πάει πολλές φορές και ξέρω. Ο παράδεισος είναι αποστειρωμένος και μονότονος. Κάποιοι τύποι με φτερά στους ώμους παίζουν άρπες και βιολιά. Οι άνθρωποι εκεί είναι ανέραστοι, πολλοί από αυτούς δεν έχουν τολμήσει ούτε καν να περάσουν με κόκκινο μια γαμημένη διασταύρωση. Παίζουν σκάκι και μπριτζ και άλλα τέτοια ξενέρωτα και καθώς πρέπει αθλήματα. Διαβάζουν κάτι ακαταλαβίστικες μαλακίες και ξυπνάνε από τις 6 το πρωί. Στην κόλαση τα ίδια σκατά είναι αλλά εκεί τουλάχιστον κάνεις σεξ, πίνεις, κυκλοφορούν ναρκωτικά και μπορείς αν γουστάρεις να διαβάσεις λίγο Πόε ή να ακούσεις Doors. Η κόλαση μάλλον είναι πιο υποφερτή.

Αλλά εγώ προτιμώ την ζωή. Προτιμώ να περπατάω σε δρόμους με ζωντανούς ανθρώπους, ή τουλάχιστον που μοιάζουν ζωντανοί, ή τουλάχιστον με ανθρώπους που βιολογικά ζουν. Να βλέπω τις κινήσεις τους και να χασκογελώ. Να παρατηρώ πως κινούνται στον δρόμο, βιάζονται, τσακώνονται, φτύνουν στον δρόμο, ξύνουν την μύτη τους στα κρυφά. Γουστάρω να ζω το εφήμερο! Να λέω θα κάνω αυτό γιατί αν δεν το κάνω θα σκάσω! Ίσως πετύχω έναν μόρτη θεό και με συγχωρέσει, αλλά αυτό είναι το τελευταίο που σκέφτομαι. Λέει ένας φίλος μου, ο Καζαντζάκης μέσα από το στόμα του Ζορμπά:

Να, μια μέρα περνούσα από ένα χωριουδάκι. Ένας μπαμπόγερος ενενήντα χρονώ φύτευε μια μυγδαλιά. “Ε παππούλη, του κάνω, μυγδαλιά φυτεύεις;” Κι αυτός, έτσι σκυμμένος που ήταν, στράφηκε και μου κάνει: “Εγώ παιδί μου ενεργώ σα να ήμουν αθάνατος! -Κι εγώ, του αποκρίθηκα, ενεργώ σα να’ ταν να πεθάνω την πάσα στιγμή”. Ποιός από τους δυο μας είχε δίκιο αφεντικό;

Αυτό σε ρωτάω και εγώ! Να ζω σαν αθάνατος ή να ζω σα να πρόκειτα να πεθάνω την άλλη στιγμή;

Advertisements

One response to “Μάθημα 2ο

  1. Kant: Δύο πράγματα με γεμίζουν:
    Ο έναστρος ουρανός πάνω μου και ο ηθικός νόμος μέσα μου. :-PPPPPPPPPPPPPPP

    Ωπ! ένας παππούς που κάθεται
    – Ε παππου τι κάνεις;
    Δεν απαντά ο παππους. Κουφός είναι.
    Κοίτα τον, κοίτα τον, ούτε καν με προσέχει. Είναι και τυφλός
    φαίνεται.
    – ΡΕΕ ΠΑΠΠΟΥΟΥ!!!
    – ΕΕΕεεεε;
    – ΠΑΠΠΟΥ ΜΕ ΑΚΟΥΣ;;
    – ΝΑΙ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ, ΜΙΛΑ ΔΥΝΑΤΑ, ΓΙΑΤΙ είμαι και κουφός εγώ.
    – ΡΕ ΠΑΠΠΟΥΛΗ, ΣΑΝ ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΟ ΣΕ ΒΛΕΠΩ ΣΕ ΗΛΙΚΙΑ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΗΝ ΕΧΕΙΣ ΧΟΡΤΑΣΕΙ ΤΗ ΖΩΗ ΕΤΣΙΙΙΙ;;;

    – ΟΥΣΤ ΑΠΟ ΔΩ ΠΕΡΑ!!!! Α ΝΑ ΧΑΘΕΙΣ ΚΩΛΟΠΑΙΔΟ!!!
    ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΣ ΟΠΟΙΟΣ ΛΕΕΙ ΟΤΙ ΔΕ ΔΙΨΑΕΙ ΓΙΑ ΖΩΗ!!

    (το ρίξαμε στο βιταλισμό μου φαίνεται. κρυφοοικολόγεεε)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s