Ήταν κάποιος…

… που ήξερε πολλές ιστορίες και πάντα μπορούσε να γαληνεύει τις παιδικές καρδίες μας και να αποφορτώνει τα παιδικά καυγαδάκια ανάμεσά μας σε εκείνο το μικρό σπίτι με την αυλή και το πηγάδι. Πάντα, όσο τον θυμάμαι, έκανε μια δουλειά. Χωρίς κόπο, χωρίς να βλαστημά. Σαν να μην ξεκουραζότανε ποτέ. Ψέμματα… Τον θυμάμαι καμιά φορά να τον παίρνει ο ύπνος στον καναπέ και να ροχαλίζει ενώ εμείς παίζαμε «κομπιούτερ» ή χαζολογούσαμε με το οτιδήποτε.

Τον θυμάμαι να μαγειρεύει και έδεινε περιέργες ονομασίες στα φαγητά με τρόπο τέτοιο ώστε και το πιο ταπεινό να μοιάζει μεγαλειώδες. Συγγνώμη μα τέτοια ώρα δεν μου έρχεται κάποιο παράδειγμα. Τον θυμάμαι να μας λέει ιστορίες για τα καράβια, ήταν ναυτικός ξέρετε, πολύ εντυπωσιακές. Μία από τις αγαπημένες μου ήταν αυτή με τον Σκοτσέζο καπετάνιο που ήταν τσιγγούνης. Τι προτότυπο για έναν Σκοτσέζο θα έλεγε κανείς που πιστεύει στα αρχετυπικά χαρακτηριστικά των λαών. Επίσης έλεγε για τον νησί την Σαλαμίνα, μα ούτε τέτοιες ιστορίες θυμάμαι.

Έφυγε ξανά για τα καράβια, και μια μέρα γύρισε άρων άρων. Ήταν άρρωστη η γυναίκα του η Μ. βαρυά άρρωστη και μετά από λίγους μήνες χάθηκε, ελευθερώθηκε, πήγε μακρυά αφήνωντας την Ζ. και τον Κ. αλλά και τον Μ. μόνους τους, χωρίς ποτέ να έχουν ζήσει την ομορφιά της οικογενειακής γαλήνης.

Τα χρόνια πέρασαν, για να μην τα πολυλογώ. Τα χρόνια πέρασαν αργά ή γρήγορα, με δυσκολίες ή και χωρίς, οι ψυχές των Κ. και Ζ. το ξέρουν καλύτερα. Ο Κ. μεγάλωσε, βρήκε δουλειά, ερωτεύτηκε, πήγε φαντάρος. Για την Ζ. δεν ξέρω πολλά παρά μόνο ότι διορίστηκε Δασκάλα σε ένα νησί και μάλλον περνάει καλά.  Και ο Μ. ξανάφυγε στα καράβια. Όλα έδειχναν να παίρνουν τον δρόμο τους.Και μια μέρα σαν όλες της άλλες, ο Μ. γύρισε για λίγο να δει τα παιδιά του και να τελειώσει κάποιες δουλείες. Μα δεν πρόλαβε. Τον έφαγε μια μαύρη αρρώστια.

Σήμερα πήγα να τον δω. Περίμενα να συναντήσω την Ζ. ή τον Κ. μα δεν ήταν εκεί. Βρήκα το δωμάτειο του νοσοκομέιου, το 507, το ταμπελάκι έλεγε: Απαγορεύεται η είσοδος, και μέσα σε παρένθεση: επιτρέπεται μόνο με μάσκα. Διάολε. Για να δω τον Μ. έπρεπε να φορέσω μάσκα! Και πριν μερικά χρόνια, δεν ξέρω πόσα, έπαιζε μαζί μας. Πλατσούριζε στην θάλασσα, έψηνε ψάρια στην αυλή. Και τώρα ήταν ξαπλωμένος με καλώδια, σωληνάκια και άλλα σκατολοίδια και φόραγε μια μάσκα ίδια με την δικιά μου. Έκανα δυο βήματα. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό. Στο παραδείπλα κρεβάτι ήταν ένας παππούς κοιμισμένος. Και ο Μ. κοιμισμένος και αυτός. Δεν άντεξα την εικόνα και έφυγα. Έσκισα την μάσκα και την πέταξα, δεν άντεξε η ψυχή μου. Θέλω να τον δω όρθιο ξανα. Δεν μπορώ, δεν μπορω γαμώ τον θεό μου, δεν γίνεται αυτο το πράγμα.

Και τα παιδιά του για να τον δουν πρέπει να φοράνε μάσκα; Και πώς να τον φιλήσουν αυτόν που στεκόταν βράχος, πατέρα και μάνα μαζί, όσο δύσκολο και αν είναι για έναν άντρα. Δεν ντρέπομαι που το λέω αλλά έκλαψα μέσα στο αμάξι σαν έφυγα. Δεν άντεξα. Να πάνε να γαμηθούν όλα. Σαν τον αέρα που φυσάει το πρόσωπό σου δεν έχει. Σαν το γλυκό αεράκι που σου ανακατεύει τα μαλλιά και σαν τον ήλιο. Μόνο τότε νιώθεις ζωντανός.

Advertisements

One response to “Ήταν κάποιος…

  1. Νιώθεις πολύ περίεργα όταν βλέπεις ανθρώπους συνδεδεμένους με τα παιδικά σου χρόνια να βρίσκονται σα άσχημη κατάσταση. Μικρός νόμιζες πως είναι όπως στα κόμικς, που οι βασικοί χαρακτήρες δεν παθαίνουν ποτέ τίποτα. Και μεγαλώνοντας σιγά-σιγά βλέπεις ότι τελικά δεν ήταν κόμικς η ζωή, ήταν ένα μικρό μέρος ενός όμορφου αλλά πάντα μάταιου κόσμου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s