Το καπέλο

«Δεν είμαι τίποτ’ άλλο παρά ένα μπουκάλι την Coca- Cola. Ένα γεμάτο μπουκάλι αναψυκτικό. Πλαστικό, καλοσχηματισμένο! Μόνο μου ρούχο είναι η ετικέτα μου, πλαστική και αυτή που με μεγάλα γράμματα γράφει το όνομά μου. Φοράω το κόκκινο καπέλο μου, προέκταση του κεφαλιού μου, για να μην ξεθυμάνω και για να μην χυθεί ποτέ το πολύτιμο υγρό απο μέσα μου, η πεμπτουσία του εαυτού μου. «

Δεν κυκλοφορούσε ποτέ την ημέρα. Προτιμούσε να ζει κλεισμένος στο σπίτι του. Στεκόταν πάντα όρθιος και φορούσε το κόκκινο καπέλο του. Το καπέλο αυτό ούτε που ξέρει πως έπεσε στα χέρια του. Το μόνο χαρακτηριστικό του, εκτός από κόκκινο χρώμα έχει και μία φτηνιάρικη στάμπα με μάρκα από πατατάκια. Το κέρδισε, ίσως, όταν ήταν μικρός, ή του το έδωσαν ή το βρήκε κάπου και αποφάσισε να το ιδιοποιηθεί. Το θέμα είναι πως δεν το βγάζει ποτέ από το κεφάλι του.

Ένας περίεργος ψυχαναγκασμός που έρχεται σαν επακόλουθο της περίεργης αίσθησής του, του ότι είναι μπουκάλι. «Είμαι ένας άνθρωπος μπουκάλι έλεγε από μικρός, και όταν όλοι τον κορόιδευαν στο σχολείο, αυτός αφού έχωνε το κεφάλι του βαθυά μέσα στο κεφάλι, έμενε ακίνητος με τα χέρια σφιγμένα σε γροθιές και κολημένα στον κορμό του. Και έτρεμε. Από τα νεύρα του ερχόντα να κλάψει μα δεν τολμούσε. Μόνο ξεφυσούσε δυνατά και έκλεινε τα μάτια με τόση δύναμη που όταν ήταν να φύγει από το σχολείο χρειαζόταν να περάσουν αρκετά λεπτά ώστε να επανέρθει η όρασή του.

Αυτές οι στιγμές που στέκονταν όρθιος ήταν οι πιο δημιουργηκές της ζωής του. Τον γαλήνευαν, τον ταξίδευαν. Ένιωθε πως πραγματικά ήταν ένα μπουκάλι σε ψυγείο περιπτέρου και τον αγόραζε ένα μικρό αγόρι. Άλλες φορές πως το μπουκάλι αυτό βρίσκονταν στα χέρια ενός φιλάθλου σε αγώνα ποδοσφαίρου και ξαφνικά αυτός ο τύπος το πέταγε και έσκαγε στο κεφάλι ενός ποδοσφαιριστή με την φάτσα του δασκάλου του. ‘Η έβλεπε πως το μπουκάλι αυτό αντικαθιστούσε την μπάλα στα πόδια μαύρων παιδιών που έπαιζαν σε μιά αλάνα κάπου στην Αφρική. Το χειρότερό του ήταν όμως όταν έβλεπε πως ήταν μπουκάλι στο τραπέζι των γονιών του, εκείνα το τρομερά Σάββατα που έρχονταν φίλοι στο σπίτι μαζί με τα παιδιά τους, και πίναν με τις ώρες και κάπνιζαν και γέλαγαν και αυτός έμενε μόνος του στο σκοτεινό δωμάτιο με την μούρη προς τον τοίχο χωρίς ποτέ να βγάζει το κόκκινο καπέλο του.

Οι γονείς του ήταν πλούσιοι. «Οι δυο ισχυρότερες οικογένειες της χώρας εννώνονται» έγραφαν τα εξώφυλλα των εφημερίδων την ημέρα που το συνοικέσιο φτούρισε και έγινε γάμος. Μια πλούσια οικογένεια επιφανών ανθρώπων που ήθελαν τα καλύτερα για το παιδί τους, αλλά το έκρυβαν όταν ήταν να κάνουν δημόσιες εκδηλώσεις επειδή αυτό πίστευε πως είναι μπουκάλι. Και το είχαν στο πιο ακριβό σχολείο, εκεί που δεν μπορούσε να ανασάνει, που έπρεπε να φοράει ειδική στολή και να βγάζει το κόκκινο καπέλο όταν έλεγαν την προσευχή. Εκεί που ήταν άνγωστος ανάμεσα σε αγνώστους και κανείς δεν τον υπολόγιζε παρά μόνο όταν ήταν να γελάσει.

Τώρα όμως στα τριάντα του είνα ελεύθερος. Οι γονείς του σκοτώθηκαν σε ένα ατύχημα κάπου κοντά στο Σούνιο και εκείνος, μονοκληρονόμος, έχει ένα τεράστιο σπίτι και λεφτά για να ζήσει δυο ζωές. Έχει άλλους να τα διαχειρίζονται και αυτός παίρνει μόνο όσα λεφτά του χρειάζονται για τα βασικά του έξοδα, που δεν είναι και πολλά. Τίποτα τσίχλες, καμιά τυρόπιτα, κανένα ρούχο αλλά πιο σπάνια. Κυκλοφορεί με ρούχα παλιομοδίτικα. Κάτι φαγωμένα κοτλέ παντελόνια, που ο άθλιος τα ζώνει μέχρι το στήθος. Πουκάμισο καρό, χοντρό, βαμβακερό. Άσπρες αθλητικές κάλτσες και μαύρα παπούτσια. Τέλος ποτέ δεν αποχωρίζεται το κόκκινο καπέλο του, το ίδιο από τότε…

Την ημέρα κάθεται σπίτι. Όρθιος. Το βράδυ βγαίνει μόνο. Φορτώνεται την σχολική του σάκα, γεμάτη με βιβλία και κόβει βόλτες στην πόλη. Το βράδυ τα φώτα της πόλης τον γεμίζουν ενθουσιασμό. Γίνεται χαρούμενος και σε όποιον βλέπει μπροστά του σκάει ένα μεγάλο χαμόγελο και του δίνει ένα βιβλίο. Αν τελειώσουν τα βιβλία δίνει λεφτά.

Σήμερα το βράδυ έγινε το ίδιο. Όμως σήμερα ήταν διαφορετικά… Είναι ένα περίεργο συναίσθημα. Πράγματι όταν κατέβηκε από το λεωφορείο άκουσε δυο πιτσηρικάδες να λένε: «να ο τρελός που μοιράζει βιβλία» και αυτό τον στεναχώρησε, αλλά το αγνόησε. Εκανε μερικά βήματα και να ο πρώτος άνθρωπος στον δρόμο. Του δίνει ένα βιβλίο και τον καληνυχτίζει. Μετά ο δεύτερος και ο τρίτος. Αποφάσισε να περπατήσει στον μεγάλο πεζόδρομο. Περπάτησε αρκετά. Τον ανεβοκατέβηκε τέσσερις ή πέντε φορές. Κάποια στιγμή άκουσε δυο μηχανές να πλησιάζουν με ένα περίεργο μπλε φως που αναβόσβυνε. Ήταν δυο μπάτσοι. Του ζήτησαν να σταματήσει και εκείνος υπάκουσε. «Τι κάνεις βραδυάτικα έξω», τον ρώτησαν. «Πάω μια βόλτα», απάντησε δειλά. «Τέτοια ώρα; Ταυτότητα έχεις;». Τους δίνει την ταυτότητα. Την διάβασαν στα πεταχτά. «Τι έχεις στην τσάντα;», ρωτούν απαιτητικά. «Βιβλία», λέει φοβισμένα και τους δείνει δύο. «Σπουδάζεις; Φοιτητής είσαι;». «Όχι.. είμαι ένα μπουκάλι πλαστικό…τίποτα άλλο.» . Ο ένας, ο κόντός μπάτσος, λέει στον άλλο τον χοντρό: «Παλαβός είναι ρε… πάμε να φύγουμε.». Η λέξη αυτή του ακούστηκε πολύ άσχημε και ήταν η δεύτερη φορά την ίδια ημέρα που κάποιος τον αποκαλούσαι έτσι. Έχωσε το κεφάλι του στο καπέλο. Έσφιξε τα μάτια και τις γροθιές και τις κόλλησε στο σώμα. Έμεινε ακίνητος όπως τότε στο σχολείο ή στο σπίτι όταν έρχονταν οι φίλοι των γονιών του. Οι μπάτσοι χαχάνιζαν και τον χτύπαγαν στην πλάτη. Εκείνος ήταν ένα μπουκάλι γεμάτο βενζίνη στα χέρια αναρχικών, ναι αυτό ήταν και ήξερε πως όταν έφευγε από το χέρι και θάσκαγε στον δρόμο θα έπσαγε, μα θα ήταν για καλό. Οι μπάτσοι των ρώταγαν διάφορα μα εκείνο δεν απάνταγε. Φώναζε: «Είμαι ένα μπουκάλι! Είμαι ένα γαμημένο μπουκάλι στα χέρια αναρχικών γεμάτο βενζίνη.» Δεν είχε συναίσθηση του τι έλεγε. Οι μπάτσοι του έριξαν δυο κλωτσίες. Δεν αντέδρασε, μόνο φώναζε. Τον έσπρωξαν. Έφυγε από τον λίθαργό του και άρχισε να τρέχει. ‘Ετρεχε με κλειστά τα μάτια, σκουντούφλησε σε μια πρασιά με λουλούδια, σε ένα δέντρο, σε ένα μηχανάκι. Βγήκε στον δρόμο με κλειστά τα μάτια. Ακούστηκε παρατεταμένα η κόρνα του φορτηγού, μετά ένας χτύπος. Έπεσε κάτω νεκρός και το καπέλο του λίγο παραπέρα. Η κόκκινη κυλίδα απλά έδειχνε το αυτονόητο. Είχε ήδη αδειάσει.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s