Καλά Χριστούγεννα…

Η πόλη ήταν στολισμένη, τόσα λαμπάκια δεν είχα δει ποτέ στην ζωή μου. Τόσα λαμπάκια μα και τόσο σκοτάδι. Περπατούσα μονάχος μου στρίβοντασ που και που κανένα τσιγάρο με τα ξυλιασμένα από το κρύο δάκτυλα μου. Κοίταζα και τον κώλο καμιάς περαστικής. «Αυτή έχει κώλο αχλάδι, η άλλη είναι σαν ροδάκινο ή σαν καρπούζι.» , καταλαβαίνεις, κανένα ερωτικό κριτήριο, απλά να έχω κάτι στο μυαλό μου. Κάτι άλλο εκτός από τις γιορτές.

Γκόμενα δεν είχα. Σε μπουρδέλα σύχναζα και γάμαγα εκεί κανα δυο κορίτσια στάνταρ. Μία ρωσίδα, αυτή μάλιστα την είχα βγάλει και για καφέ ένα απόγευμα, και μια μαύρη, αφρικάνα. Μου άρεσε πολύ ο τρόπος που ανάσαινε στον λαιμό μου όταν το κάναμε. Καλά κορίτσια και το δυο τους αλλά μέχρι εκεί. Γκόμενα όμως εγώ δεν είχα και κάτι μέρες σαν και αυτές σκεφτόμουν πόσο μαλάκας ήμουν που δεν άκουγα όταν έπρεπε τον πατέρα μου. Θα είχα ήδη τελιώσει την Νομική, θα είχα το δικό μου γραφείο. Ίσως είχα παντρευτεί και καμία από το χωριό απο προξενιό την οποία και θα κεράτωνα, όταν τα παιδιά μας θα μεγάλωναν. Κάπως έτσι δεν τα σχεδιάζουν οι γονείς για εμάς τους γιούς τους;

Ήμουν όμως μόνος. Σε μία πόλη τόσο γεμάτη, τόσο κενή. Τα λαμπάκια πολύχρωμα μου χτύπαγαν άσχημα στο μάτι. Δυό τρεις Αη- Βασίληδες με τα σήμαντρά τους έβγαζαν το μεροκάματο. Ο ένας μάλιστα ήταν λίγο μαυρηδερός. Πακιστανός μάλλον… Τι τραβάνε και αυτοί. Παρακάτω μια παρέα χαχάνιζε τόσο γελοία, τόσο κολακευτικά τρόγωντας μαλλί της γριάς. Δύο δίδυμα στο καρότσι με δεμένο ένα μπαλόνι Μπομπ Ο Σφουγγαράκης και ο πατέρας, καμάρι, να βλέπει την γυναίκα του να σπρώχνει το καροτσάκι φορώντας μάλιστα μία από αυτές τις στέκες με τα κέρατα του ρούντολφ του τάρανδου. Την τιμάει άραγε που ο άντρας της, της πήρε κέρατα για τα χριστούγεννα; Αυτή η σκέψη ήρθε πρώτη στο μυαλό μου.

Κόσμος πολύς και βαβούρα και φασαρία. Τι ψεύτικη γιορτή! Πλαστές συνειδήσεις τυλιγμένες με χαρτί περιφρόνησης και στολισμένες με έναν τεράστιο φιόγκο εγωισμού. Ωραίες μέρες βουτηγμένες στην σαπίλα. Όλοι είναι αγκαλιασμένοι και χαρούμενοι, μα αυτός εκεί… για κοίτα τον καλύτερα… σίγουρα δέρνει το παιδί του… Αυτή με το ροζ καλσόν έχει κερατώσει τον άντρα της με τον καλύτερό του φίλο πάνω από 3 φορές… δεν το βλέπεις στα μάτια της; Και πολλοί Άη- Βασίληδες… πιό πολλού από πριν. Κάθε Άη- Βασίλης και η ιστορία του: ο ένας από τους Αγίους Σαράντα, άλλος από τα Τύραννα, ο τρίτος Ρωσοπόντιος… Ένας Άη- Βασίλης οικοδόμος! Παρατήρησα τα δάκτυλά του περνώντας από δίπλα του! Ήταν γεμάτα ασβέστη… Ο άλλος στην μία γωνία βγάζει φωτογραφίες με πόνυ, ο άλλος βγάζει φωτογραφίες στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Μέχρι και ο σιλβέστρος ο γάτος έλανε παρέλαση Χριστουγεννιάτικα. Κάθε ένας ότι ξέρει κάνει, μπας και βγάλει κανένα γαμημένο φράγκο να πάει στο σπίτι του να βάλει μια μπουκιά ψωμί στο στόμα του. Αν κάποιος είχε την πατέντα να βάφει για παράδειγμα τα καλύτερα κόκκινα αβγά, είμαι σίγουρος πως θα ερχόταν και εκείνος σε τούτη την πανύγηρη ακόμα και αν το Πάσχα ήταν αργά…

Άραξα σε ένα παγκάκι. Δίπλα μου ήταν ένας μαύρος με τσάντες. Πιάσαμε κουβέντα. Δεν μίλαγε καλά ελληνικά. Τον κέρασα τσιγάρο, δεν κάπνιζε. Φάνηκε καλό παιδί, όμως δεν μπορώ να πω περισσότερα. Περίεργους συνειρμούς άρχισα να κάνω. Σκέφτηκα τι πλάκα που θα είχε αν η τύπισσα που το κάναμε στο μπουρδέλο να ήταν αδερφή του και να του το έλεγα και να με κυνήγαγε, να με πήγαινε πίσω στην Αφρική ή από όπου αλλού είναι και εκεί να με άρπαγαν ο πατέρας και όλο το συγγενολόι να με δένανε ανάποδα σε έναν πάσαλο και μετά να με βάζανε μέσα σε ένα τεράστιο καζάνι με καρόττα, ραπανάκια και όλα τα σχετικά. Δείπνο με τα όλα του. Αυτές οι σκέψεις με άγχωσαν λίγο και έφυγα από εκείνο το παγκάκι κάπως βιαστικά. Τι μαλακίες κάθομαι και σκέφτομαι ώρες ώρες.

Πήρα μερικά πασατέμπος, έτσι, για να έχω κάτι να μασουλάω και να ξεχνάω το τσιγάρο. Πικρό το στόμα μου και δεν σήκωναν άλλο, προς το παρόν, τα πνευμόνια μου. Βολεύτηκα με τα πασατέμπο για καμιά ωρίτσα. Πήγα για έναν καφέ ύστερα. Ήμουν μόνος μου, το ίδιο και εκείνη. Μία κοπέλα καθόταν στο απέναντι τραπέζι και με κοίταζε σαν να με ήξερε από κάπου. Την κοίταζα και εγώ σαν χάνος. Δεν την λες ωραία, απλά είχε μια παρίεργη γοητεία. Της ζήτησα αναπτύρα και μου είπε πως δεν έχει. Μου είπε πως σπουδάζει στην φιλοσοφική, μου είπε για τα τρία της αδέρφια, για τους γονείς της στην Λάρισσα, για τον καφέ που τον προτιμάει με λίγη ζάχαρη, για τον Νίτσε, τον Φρόυντ και τον Γιάλομ. Μετά μου έλεγε για ταινίες, για πολιτική, για στρατευμένη τέχνη, για τον Θεοδωράκη, τον Ξαρχάκο και τόσους άλλους. Δεν ξέρω αν με ενδιέφεραν όλα αυτά. Ίσως να τα είχα ξεπεράσει χρόνια τώρα, είχα άλλωστε πατήσει τα τριάντα και το νέο έτος με πήγαινε ακόμα πιο μακριά τους.

Καταλήξαμε στο σπίτι της να κάνουμε βρώμικο έρωτα, γεμάτο πάθος και διαστροφή λες και γνωριζε κάθε φαντασίωση που είχα μέσα στο κεφάλι μου. Κοιμηθήκαμε αγκαλιά ολόγυμνοι και με κυρίευε ένα αίσθημα ελευθερίας. Την άλλη μέρα ξύπνησα πρώτος. Της έφτιαξα πρωινό, λες και ήμουν κάποιο σχολιαρόπαιδο που θέλει να εντυπωσιάσει την αγαπητικιά του. Πήρα κρουασάν από τον φούρνο και έβαλα καφέ στην καφετιέρα. Όταν της τα σέρβιρα εκείνη είχε ήδη ξυπνήσει. Μου χαμογέλασε με ένα πολύ λαμπερό χαμόγελο και βραχνιασμένη μου είπε «καλημέρα». Έφαγε λέμαργα το κρουασάν και ήπιε δυο γουλιές καφέ. Το σεντόνι είχε γλυστρήσει και παρατήρησα μία ελιά που είχε ανάμεσα από τα στήθη της. «Τι κοιτάς;» με ρώτησε και γέλασε πονηρά… Έσκασα και εγώ ένα χαζό χαμόγελο. «Πως πέρασες χθες;», ξαναρωτάει… Χωρίς να σκεφτώ της απαντάω: «Σίγουρα ήταν καλύτερα απ’ ότι με την Σόνια!» . Την είδα παραξενεμένη, με ρώτησε ποια είναι αυτή η Σόνια. Σκέφτηκα την μαλακία που έκανα. Άντε τώρα να της πεις ότι την βραδιά πριν την γνωρίσω γαμιόμουν με μία Ρωσίδα που την έλεγαν Σόνια σε ένα μπουρδέλο κοντά στο Μεταξουργείο. Δεν ξέρω αν έφαγε την δακρύβρεχτη ιστορία μου για τον παιδικό μου έρωτα που την συνάντησα ξανά κάποια άλλα χριστούγεννα στο σπίτι ενός κοινού μας φίλου και παντρευτήκαμε και χωρίσαμε για χίλιους δυο κουλούς και συνάμα τραγικούς λόγους. Δεν μου μίλησε. Ξανακάναμε έρωτα. Μερικές μέρες μετά έφυγα από το σπίτι της και, σαφώς, ένιωθα πιο μόνος.

Είχαμε κανονίσει έξοδο για το βράδυ. Περπάτησα στους στολισμένους δρόμους της Αθήνας. Τα λαμπάκια με ενθουσιάζαν τόσο πολύ και οι βιτρίνες, που άλλωτε έμοιαζαν τόσο αποκρουστικές με καλούσαν σαν σειρήνες. Μπήκα σε ένα μαγαζί. Αγόρασα ένα παντελόνι και ένα πουλόβερ. Αγόρασα και δώρο στην κοπέλα εκείνη, Μαντώ την έλεγαν. Της πήρα ένα μαύρο φουστάνι. Ανέβηκα στον έκτο όροφο του καταστήματος και αγόρασα δύο σιντί. Μετά πήρα και μία ταινία σε ντίβιντι. Αγόρασα και δεύτερο παντελόνι από άλλο μαγαζί αυτή τη φορά. Πήρα ότι πιο χαζό μπιχλιμπίδι μπορείς να φανταστείς και αγόρασα και ένα μικρό χριστουγεννιάτικο δέντρο. Αγόρασα από έναν πλανόδιο ένα κρεμαστό με το όνομά της, κάθισα και μου φτιαξαν την καρικατούρα μου, έδωσα λεφτά σε έναν ζητιάνο και από ένα δίευρο σε κάποιον που έμενε ακίνητος, ούτε τα μάτια του δεν κούναγε, σαν άγαλμα, σε κάτι ινδιάνους και σε ένα πιτσιρίκι που έπαιζε μπαγλαμά. Αγόρασα και μια μπαλονοκατασκευή, ένα σκυλάκι. Και τέλος αγόρασα έναν κόκκινο σκούφο που έγραφε με χρυσά γράμματα «Merry Christmas», ο φερετζές του καταναλωτή… Ένιωθα άλλος άνθρωπος… Ή μήπως ήμουν άλλος άνθρωπος…;

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s