«Ομάδα Δημιουργική Επανάσταση»

Είχαν μαζευτεί τρία άτομα. Στην αρχή βέβαια είχαν δείξει ενδιαφέρον γύρω στους 15 αλλά ξέρετε πως είναι αυτά. Ο ανθρώπινος νους συνήθως ενθουσιάζεται εύκολα μα όταν είναι ώρα να δράσει κάπου διστάζει. Φοβάται, βρίσκει τα δικά του μικρά άλλοθι για να ξεφύγει από κάτι που θεωρεί ‘υποχρέωση’. Έστω και αν πρόκειται για μία μικρή μουσικο-θεατρική ομάδα του δρόμου, σαν αυτές που διασκέδαζαν τους ανθρώπους μετά τον μεσαίωνα: κολομπίνες, πιερότοι κλπ.
Είχαν μαζευτεί όμως μόνο τρεις και δεν είχε έρθει και η Ηρώ, που θα τραγουδούσε. Ο Παναγιώτης είχε ήδη βαρεθεί την καθυστέρηση αυτή και έτσι πήρε την πρωτοβουλία να ανέβει στα ξυλοπόδαρά του. Πείραζε τα ερωτευμένα ζευγαράκια και μοίραζε μπαλόνια στα παιδιά που σταμάταγαν και τον έκαναν χάζι. Ο Μίμης κούρδιζε την κιθάρα του, ενώ ο Στράτος ήταν καθισμένος σε κάτι σκαλάκια και έστριβε ένα τσιγάρο, δίπλα από το ακορντεόν του. Και η Ηρώ ακόμα να φάνεί. Και έκανε κρύο και ο καιρός το πήγαινε για βροχή.
Ο Μίμης αποφάσισε να την πάρει τηλέφωνο στο κινητό. Ήταν κλειστό. Άρχισε να ανησυχεί αφού είχε να φανεί σπίτι ή να του μιλήσει εδώ και δυο μέρες, από τότε που αποφάσισαν δηλαδή να κάνουν αυτό το σόου του δρόμου. ‘Δημιουργική επανάσταση’ το ονόμαζαν. Εν τούτοις ούτε και οι ίδιοι ήταν πεισμένοι αν αυτό προσέγγιζε έστω και λίγο την ‘δημιουργία’ ή αν είχε έστω και μια μικρή μυρωδιά ‘επανάστασης’ μέσα του. Πάντως το γούσταραν τρελά.
Άρχισε να ψιχαλίζει, ο κόσμος ήταν λιγοστός και τόσο βιαστικός που δεν έδινε καμία σημασία στον Παναγιώτη. Αυτός κατέβηκε σαφώς απογοητευμένος από τα ξυλοπόδαρά του. Η βροχή άλλωστε άρχισε να δυναμώνει και δεν ήθελε να του χαλάσει το χάρτινο, ψηλό καπέλο. Ο Παναγιώτης είχε δεσμό με την Ηρώ εδώ και λίγους μήνες. Είχαν γνωριστεί σε ένα μπαράκι στα Εξάρχεια, πάνω στην Καλλιδρομίου. Πέρασε πολύ καιρός που έκαναν παρέα, απλά φιλικά, και ονειρεύονταν να δημιουργήσουν αυτή την ομάδα αυτόνομης, καλλιτεχνικής παρέμβασης. «Να δώσουμε λίγο χρώμα στον κόσμο βρε κούκλα!», είχε πει ο Παναγιώτης, της έσκασε ένα φιλί και χαμογέλασε. Εκείνη του ανταπέδωσε το φιλί και έτσι σφραγίστηκε η σχέση τους. Οι μήνες που πέρασαν τους βρήκαν μέσα στο σπίτι του Παναγιώτη να αράζουν, να ερωτεύονται, να πίνουν, να ζωγραφίζουν, να χορεύουν, να παίζουν μουσική. Όμως και αυτός είχε να την δει δυο μέρες.
Οι άλλοι είχαν ήδη χωθεί κάτω από ένα υπόστεγο, όσο ο Παναγιώτης μάζευε τα πράγματά του. Ο Μίμης τζάμαρε με την κιθάρα ενώ ο Στράτος τον συνόδευε με το ακορντεόν. Η ώρα είχε περάσει, η Ηρώ άφαντη και το κινητό πάντα κλειστό.
Ο διάλογος, μεταξύ του Παναγιώτη και του Μίμη, που ακολουθεί, είναι σχεδόν όπως μου τον μεταφέρανε:
Π.: Πού είναι η καριόλα η αδερφή σου?
Μ.: Ρε μαλάκα πώς μιλάς έτσι? Τι έχεις πάθει?
Π.: Που είναι ρε; Σου μιλάω!
Μ.: Που θες να ξέρω ρε φίλε; Εσύ ήσουν μαζί της συνέχεια!
Π.: Μαλακισμένο μην μου σηκώνεις φωνή εμένα γιατί θα σε σπάσω…
Μ.: Είσαι σοβαρός; Τι σε έπιασε ρε; Τι ζόρι τραβάς;
Π.: Μην μου το παίζεις ανήξερος! Ξέρω τι μαλακίες τις έλεγες για εμένα μπάσταρδο!
Μ.: Μιλάμε είσαι πολύ μαλάκας! Πολύ μαλάκας όμως! Σκάσε τώρα και άραξε…
Π.: Δεν θα μου πεις τι θα κάνω! Ό,τι γουστάρω θα κάνω! Κατάλαβες; Άντε παρ’ την τηλέφωνο τώρα.
Μ.: Ηλίθιος είσαι; Δεν βλέπεις τι κάνω τόση ώρα; Εσύ πως και δεν ξέρεις που είναι; Δεν κοιμήθηκε μαζί σου αυτές τις μέρες; Γαμιέται με άλλων;
Π.: Ρε τσογλάνι θα σε γαμήσω αν συνεχίσεις! Πουστόπαιδο! (στον Στράτο) Και σκάσε και εσύ ρε μαλάκα, μου έπρηξες τα αρχίδια.
Ο Παναγιώτης φοβόταν πιο πολύ από ποτέ, μήπως αυτό που του είπε ο Μίμης ήταν αλήθεια. Ζήλευε τόσο πολύ. Ένιωθε να χάνεται ο κόσμος κάτω από τα πόδια του μόνο με την σκέψη ότι μπορεί να τον άφησε για άλλον. Θα προτιμούσε να είχε πάθει κάτι κακό, να ήταν σε κάποιο νοσοκομείο, παρά να τον έχει αφήσει. Τόσο παράλογη ήταν η ζήλια του.
Την ώρα που άναβε το τρίτο απανωτό τσιγάρο είδε μία φιγούρα να ξεπροβάλλει μέσα από την βροχή, κάτω από μια μοβ ομπρέλα και να τους πλησιάζει. Ήταν η Ηρώ, ή μάλλον μια γριά που της έμοιαζε.
«Συγγνώμη που άργησα και σας έστησα.», τρέκλισε η γιαγιάκα.
«Παναγιώτη μου σου έλειψα καθόλου;», είπε και χαμογέλασε όπως μετά το πρώτο τους φιλί. Ο Παναγιώτης είχε τρομάξει, δεν καταλάβαινε τι γινόταν, το ίδιο και η υπόλοιπη παρέα.
«Γιατί με κοιτάτε έτσι αποσβολωμένοι; Η Ηρώ είμαι! Μίμη, η αδερφή σου! Τι έπαθες και δεν μου μιλάς; Παναγιώτη… Γιατί δεν με φιλάς; Δεν αλλάξατε καθόλου από τότε που φύγατε από κοντά μου… Παναγιώτη όταν κάρφωσες την τελευταία σύριγγα στις φλέβες σου… εγώ ήξερα τι θα γινόταν… σε προειδοποίησα θυμάσαι; Και στην κηδεία σου… σου έβαλα τα ξυλοπόδαρά σου και το χάρτινο καπέλο που είχαμε φτιάξει παρέα για την «Ομάδα Δημιουργική Επανάσταση». Τι κρίμα που δεν έγινε ποτέ. Ξέρεις με τον Μίμη και τον Στράτο είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε λίγες μέρες αφότου έφυγες… Όμως με ‘έστησαν’ όπως και εγώ εσάς τώρα. Λίγες ώρες αργότερα έμαθα πως το ατύχημα ήταν μοιραίο. Μα καλά… Μίμη; Δεν του το είπες; Ξέρετε… Χαίρομαι που είμαι και πάλι κοντά σας… Όλα αυτά τα χρόνια με βρήκαν κλεισμένη σε φυλακές και σε τρελοκομεία. Προσπάθησα πολλές φορές να έρθω κοντά σας! Κοιτάτε! Κοιτάτε τις ουλές στο χέρι μου! Χαίρομαι πολύ που είμαστε πάλι μαζί… όπως παλιά… ».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s