Κύκλος

Είχε νυχτώσει…Τι ώρα ήταν δεν ήξερε. Άλλωστε ποτέ δεν τα πήγαινε καλά με τον χρόνο. Τον μισούσε γιατί ένιωθε πως μέρα με την μέρα τον κατασπάραζε. Κάθε ώρα που περνούσε, κάθε λεπτό, κάθε του ανάσα, ήταν ένα ακόμα βήμα προς τον θάνατο.

Όχι, ποτέ του δεν του άρεσε ο χρόνος που κυλά. Σκότωνε τις σκέψεις του, τα όνειρά του και μαζί και αυτόν.

Από παιδί έτσι ήταν. Δεν χρησιμοποιούσε ποτέ το ρολόι. Ποτέ δεν ήθελε να μεγαλώσει, τα γενέθλια γι’ αυτόν ήταν ένας εσωτερικός θρήνος που εξωτερικευόταν με αμηχανία και χαζά χαμόγελα. Δεν ήθελε χρόνια πολλά, ήθελε χρόνια καλά.

Έτσι και τώρα. Δεν ήξερε τι ώρα ήταν ακριβώς. Το μόνο που ήξερε ήταν πως για ακόμα ένα βράδυ βρισκόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι και οι σκέψεις του δεν τον άφηναν να ησυχάσει.

Ένας παλιός έρωτας που τώρα θα κοιμόταν σε άλλη αγκαλιά, ένας φίλος που τον πρόδωσε, ένα γράμμα που δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό του, μια ζωγραφιά που έμεινε στην μέση, ένα βιβλίο που δεν κατόρθωσε ποτέ να το διαβάσει, μια ταινία με άσχημο τέλος, τα γεγονότα και οι εξελίξεις στον πλανήτη, η κατάντια της κοινωνίας, ο ιδεατός κόσμος, τα μελλοντικά όνειρα, ο θάνατος.

¨όλα αυτά βασάνιζαν το μυαλό του .Όχι μόνο σήμερα αλλά κάθε μέρα! Και τον έκαναν μα στριφογυρνάει στα παπλώματά του, να μουσκεύει με δάκρυα τα μαξιλάρια και να νιώθει μικρός και με κάθε σκέψη ακόμα μικρότερος. Ένας μικρός ανθρωπάκος κουρνιασμένος σε ένα τεράστιο κρεβάτι και κάθε ήχος της νύχτας να του τρυπάει το μυαλό.

Σηκώθηκε και ήπιε ένα ποτήρι νερό. Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Χιόνιζε… Οι δρόμοι είχαν καλυφθεί με ένα άσπρο παγωμένο σεντόνι. «Χιόνιζε στους δρόμους έξω καθώς και στην καρδιά του».

Έβαλε ένα ποτό και έκανε ένα τσιγάρο .Μετά δεύτερο και τρίτο. Έτσι ,για λίγο μόνο να αδειάσει το μυαλό του. Χωρίς καν να σκεφτεί, σαν μια αόρατη δύναμη να τον σπρώχνει, σβήνει το τελευταίο τσιγάρο στο χέρι του. Πόνεσε πολύ καθώς η καύτρα έκαιγε την σάρκα του.

Έσφιξε τα δόντια με δύναμη για να αντέξει τον πόνο. Μάταια. Έβγαλε μια πνιχτή κραυγή. Ο πόνος δυνάμωνε. Τον ένιωθε να χτυπάει στο κεφάλι του. Άνοιξε το φαρμακείο και πήρε ένα ηρεμιστικό.

Ξάπλωσε. Ο πόνος ήταν αφόρητος και οι σκέψεις του γινόντουσαν πιο άσχημες. Τώρα και ο παραμικρός ήχος, ακόμα και το σφύριγμα που κάνει ο αέρας όταν περνάει μέσα στα δέντρα, ήταν ανυπόφορος… Και πόσο αγαπούσε αυτόν τον ήχο

Τα ηρεμιστικά τον έκαναν να ησυχάσει. Λίγη ώρα αργότερα κοιμήθηκε…

Advertisements

2 responses to “Κύκλος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s