Μανιφέστο με σάλτσα πέστο

«Η μόνη πολιτική που μπορούμε να υπηρετήσουμε, το μόνο μας πρόταγμα πλέον, είναι η αισθητική μας. «Σκίζω τα μνημόνια» θα πει καταλαμβάνω δημόσια κτίρια και τα κάνω θέατρα για μια ώρα. Στήνω θεατρικές παραστάσεις στο μετρό. Κλείνω τον δρόμο για 10 λεπτά και παίζω μουσικές στην Ακαδημίας ή στην Κηφισίας ή στην Αλεξάνδρας. Ζωγραφίζω σε τοίχους και παιζοδρόμια. Προκαλώ χάος στην καθημερινότητα. Καταστρέφω την μίζερη πραγματικότητα. Βάζω οδοφράγματα στην κανονικότητα. Βάζω φωτιά στις εφημερίδες. Κάνω τον φόβο να γελάσει με το γέλιο μικρού παιδιού. Γίνομαι πρωτοπορία, γίνομαι η επανάσταση η ίδια. Γεύομαι την ηδονή της οδύνης και την μετουσιώνω σε κάτι άλλο. Μεταφράζω τους κλασικούς σε μια άλλη γλώσσα. Σταματάω να σέρνω τα πόδια μου. Μέχρι το κάτι άλλο, μέχρι την κοινωνική εξέγερση. Μέχρι να ματώσουν τα πόδια μου χορεύω κρατώντας ψηλά ένα κοντάρι χωρίς σημαία. Μέχρι να σαπίσει η σήψη ερωτεύομαι. Μέχρι να ερωτευτώ κάνω το πάθος ασπίδα και την πίστη μου σπαθί. Το δικό μας τελεσίγραφο πρέπει να έχει ημερομηνία λήξης σήμερα. Η διαχρονικότητα του σήμερα είναι το ευφήμερο και η αιωνιότητα κρατάει μια στιγμή. Η ελευθερία βρίσκεται σε κάθε μετακίνηση του δείκτη του ρολογιού που δεν φοράω. Η ελευθερία βρίσκεται ανάμεσα στα πόδια μας. Στην μυρωδιά της ταξικής μας καύλας. Και η μόνη σταθερά που υπάρχει σε αυτήν την πόλη είναι ότι περικυκλώνεται. Η μόνη σταθερά σε αυτή τη χώρα είναι ότι βρέχεται από θάλασσα. Η μόνη σταθερά σε αυτόν τον πλανήτη είναι ότι τρέφεται γύρω από τον ήλιο. Η μόνη σταθερά στο σύμπαν είναι ότι υπάρχει ένας πλανήτης που κατοικείται από ανθρώπους οι οποίοι του δίνουν την υπόστασή του. Απέναντι στις οικονομίες και στους δείκτες αντιτάσσω την ομορφιά σου όταν ξυπνάς μωρό μου. Και δεν με νοιάζει τίποτα εκτός από το να μεταδώσω την ομορφιά σου και την χαρά που γεννιέται κάθε που χαίρεσαι. Φαγωθείτε ελεύθερα σε αίθουσες συνεδριάσεων. Σπρώξτε το γκρίζο μέσα από έκτακτα δελτία ειδήσεων. Σαπιλίτσες και Σαπίλες του πλανήτη δώστε μας τα σκατά σας για ακόμα μια φορά. Εμείς θα τα κάνουμε πολύχρωμα. Εμείς θα τα κάνουμε ευωδιαστά. Γιατί μπορούμε. Γιατί η αισθητική μας, καλή ή κακή, νικάει το ατόφιο ατσάλι που κρύβεται στις συνειδήσεις σας. Χαίρομαι που είμαι εγώ. Και εγώ είμαι εγώ. Και είμαι ευάλωτος. Και είμαι τόσο ευθραυστος που μπορώ να σας τσακίσω με μια λέξη. Ανείπωτη. Σιωπήλή. Να με φοβάστε γιατί γνωρίζω την λέξη που θα φέρει την καταστροφή σας. Να με φοβάστε γιατί είμαι εγώ που θα βρω τρόπους να διαδώσω αυτή τη λέξη. Όχι έναν! Χιλιάδες τρόπους. Μαζί με τους συντρόφους μου, που ήδη έχω ή που θα βρω ή που θα συναντήσω. Μέχρι την δευτέρα παρουσία – ζήτω η ποίηση – γαμώ την εξουσία.»

Μετά από αυτό που υπογραφόταν ως «Δελταντής Κάπα» ο Κόστια ξάπλωσε αποκαμωμένος.

ανουσιο

Αφού ήπιε και τον τρίτο καφέ στη σειρά και τελείωσε και τα τελευταία αποθέματα καπνού είδε πως η ζωή του χρωματιζόταν από τις πολύχρωμες μπουγάδες στα μπαλκόνια γκρίζων πολυκατοικιών κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο. Πώς γίνεται, λέει, οι άνθρωποι να φορούν ανοιχτόχρωμα ρούχα όταν ανοίγει ο καιρός ενώ τον χειμώνα σκούρα; Είναι ζήτημα μόδας, κρύβεται μια βαθύτερη ανάγκη ή μήπως είναι φυσική επιλογή. Θα γράψει τις σκέψεις του σε ένα κομμάτι χαρτί. Πηγαίνει από την κουζίνα στο υπνοδωμάτιο -όπου είναι και το γραφείο του και χτυπάει το μικρό του δαχτυλάκι στο ένα πόδι του σκαμπό. Καιρό είχε να νιώσει τόσο πόνο. Το κάρμα του απάντησε με το ίδιο νόμισμα τις μαλακίες που σκεφτόταν. Ο συγγραφικός του οίστρος δεν είχε κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Καλύτερα να γινόταν μάγειρας. Έψαξε συνταγές για φακές εκτός από σούπα και για σπετζοφάι. Ήταν μερακλής μέσα σε όλα τα άλλα ο Κόστια και του άρεσε να χαριεντίζεται δεξιά και αριστερά. Το γεγονός ότι ήξερε ψιλοκαλά να μαγειρεύει γοήτευε τα κορίτσια που λόγο του σύγχρονου τρόπου ζωής δεν μπορούσαν να βράσουν το αβγό. Θέλει τέχνη το αβγό για να γίνει μελάτο. Το κάρμα του επέστρεψε αυτήν την απροσδόκητα μη αυτοαναφορική σκέψη. Έλαβε το τηλέφωνο που περίμενε από ένα αγαπημένο πρόσωπο που περίμενε και τελικά δεν έγραψε ακόμα μία ηλίθια ιστορία με κεντρικό ήρωα το alter ego του που σκέφτεται μελαγχολικές μαλακίες και έχει όνομα που θυμίζει το δικό του. Αφού έλαβε το τηλεφώνημα δεν χρειαζόταν να κάνει κάτι για να σκοτώσει τον χρόνο του. Αποφάσισε να τεμπελιάσει με γενναιοδωρία. Να δοθεί στο κρεβάτι του δίχως ντροπή. Να κοιτάξει το ταβάνι στα μάτια, όπως μια ερωμένη που τον περιμένει υγρή με ανοιχτά τα πόδια. Η εικόνα της γυμνής καυλωμένης γυναίκας του πρόσφερε μια γλυκιά χαρά. Φύσαγε νοτιάς, έκανε ζέστη. Έβγαλε τα ρούχα και ξάπλωσε γυμνός.

σκέφτηκε

Και σκέφτηκε. Να είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι του και να φοράει μόνο το πουκάμισό του. Και του άρεσε αυτή η σκέψη. Σκέφτηκε πως ήταν μια καλή ιδέα αλλά καλύτερα να μην της το γράψει. Να περιμένει να της το πει από κοντά εφόσον του βγει μόνο του. Ίσως και να μην της το πει.

Σκέφτηκε το απογευματινό του όνειρο. Στο όνειρό του, εκείνη ήταν δύο και ένιωθε πολύ τυχερός, ε, γιατί έστω και η μία θα τον ήθελε. Επειδή όμως τα πράγματα, όταν μπορούν να πάνε χειρότερα, πηγαίνουν τελικά τον ήθελαν και οι δύο. Τελικά προτίμησε την δεύτερη νιώθοντας τύψεις για την πρώτη. Ένα κουλό όνειρο. Που όμως αποκάλυπτε κάτι βαθύτερο, κάπως ψαγμένο. Αυτό το βαθύτερα κρυμμένο νόημα, που το ανακάλυψε κάποιες ώρες αργότερα και ελαφρώς μεθυσμένος, ήταν ότι η πρώτη από τις δύο εκείνες του προκαλούσε έρωτα πλατωνικό ενώ η δεύτερη τη σωματική έλξη του ερωτικού πόθου. Οι δύο εκφάνσεις της ίδιας κατάστασης.  «Αυτή ήταν μια καλή ωραία σκέψη», σκέφτηκε και χαμογέλασε, ή πήγε να χαμογελάσει, ούτε εκείνος δεν κατάλαβε αν τελικά το χαμόγελο αυτό γράφτηκε στο στόμα του (ή αν έσπασε την σχεδόν ολόισια ευθεία που σχημάτιζαν τα χείλη του). Κάτι που του σφηνώθηκε για πολύ ώρα στο μυαλό και σκέφτηκε ότι θα το έλεγε σε εκείνη αν την έβλεπε σε χρονικό διάστημα ικανό για να μην το ξεχάσει.

Μετά σκέφτηκε μια ιστορία που του είπαν ή την είχε ξανασκεφτεί παλιότερα για ένα κορίτσι που για δώρο στο αγόρι που ήθελε να είναι ο φίλος της, πήγε ένα βιβλίο. Ένα βιβλίο που δεν εξέφραζε τα βαθύτερα συναισθήματά της για εκείνον, δεν προσπαθούσε να τον εντυπωσιάσει ούτε ήταν ένα βιβλίο που έχει άμεση σχέση με τα ενδιαφέροντά του – προκειμένου να πάει με τα νερά του. Του πήρε ένα βιβλίο χωρίς καμία λογοτεχνική αξία, ένα βιβλίο ιστορίας πάνω στο αντικείμενο με το οποίο θέλει το αγόρι αυτό να ασχοληθεί.

«Ποτέ δεν θα σκεφτόμουν να το κάνω αυτό», σκέφτηκε και είπε τόσο δυνατά όσο χρειαζόταν για να μην το ακούσει ο διπλανός του στο λεωφορείο: «Τα κορίτσια είναι πιο ώριμα από τα αγόρια, μπορεί και 10 χρόνια πιο ώριμα». Και χαμογέλασε με την προηγούμενη σκέψη του και πρόλαβε να συνειδητοποιήσει ότι αυτή τη φορά το χαμόγελο γράφτηκε στο στόμα του (ή ότι έσπασε την σχεδόν ολόισια ευθεία που σχημάτιζαν τα χείλη του) και χάρηκε πιο πολύ που σκέφτηκε να το παρακολουθήσει το χαμόγελο ώστε να συνειδητοποιήσει αν όντως γέλασε ή όχι.

Σκέφτηκε αυτό το «μπορεί και 10 χρόνια πιο ώριμα» που του θύμισε την ηλικία του και το χαμόγελό του σίγουρα έφυγε και σκέφτηκε ότι ένα κορίτσι δέκα χρόνια μικρότερό του εκτός του ότι είναι το ίδιο ώριμο με εκείνον, είναι και ένα κορίτσι σε ηλικία ικανή να κάνει δώρο σε ένα αγόρι ένα βιβλίο (το οποίο δεν έχει ερωτικά ποιηματάκια ή αναρχικά τσιτάτα αλλά έχει σχέση με την σταδιοδρομία του). Και εκείνος είναι 10 χρόνια μεγαλύτερος από μία κοπέλα σε ηλικία ικανή να ερωτευτεί.

Και σκέφτηκε ότι δεν ήταν τόσο μεγάλος τελικά και ότι θα μπορούσε και σε εκείνον ακόμα και τώρα να του συμβεί ένα κορίτσι 10 χρόνια μικρότερό του να του κάνει δώρο ένα βιβλίο. «Ωραία» σκέφτηκε ανακουφισμένος και κοντοστάθηκε καθώς ο ήλιος έδυε και ένας μωβ ουρανός ζωγραφίστηκε πάνω από την πολυκατοικία του.