Νίκος Καββαδίας

ΙΔΑΝΙΚΟΣ ΚΙ ΑΝΑΞΙΟΣ ΕΡΑΣΤΗΣ

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς τη Σιγκαπούρ τ’ Αλγέρι και το Σφαξ
θ’ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ σκυφτός σ’ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ,
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα ‘χω πια ξεχάσει,
κι η μάνα μου χαρούμενη θα λέει σ’ όποιον ρωτά:
“Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει”

Μα ο εαυτός μου μια βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει.

Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθειά στις μακρινές Ινδίες,
θα ‘χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.

_._

Αντινομία

Ο έρωτάς σου μιά πληγή και τρείς κραυγές .

Στα κόντρα σκούζει ο μακαράς καθώς τεζάρει.

Θαλασσοκόρη του βυθού – χίλιες οργιές-

του Ποσειδώνα εγώ σε κέρδισα στο ζάρι .

Και σ’ έριξα σ’ ένα βιβάρι σκοτεινό

που στέγνωσε και ξανεμίστηκε το αλάτι .

Μα εσύ προσμένεις απ’ το δίκαιον ουρανό

το στεριανό , το γητευτή , τον απελάτη .

Όταν θα σμίξεις μέ το φώς που σε βολεί

και θα χαθείς μέσα σέ διάφανη αμφιλύκη

πάνω σέ πράσινο πετούμενο χαλί ,

θα μείνει ο ναύτης να μετρά τό άσπρο χαλίκι .

m/s Aquarius 1974

_._

Φάτα Μοργκάνα

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο, αλγερινό
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν

Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα
Ποιάν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα

Πανί δερμάτινο αλειμμένο με κερί
Οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη, στη Φοινίκη

Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα
Ποιάν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα

Σκουριά πυρρόχρωμη στις μίνες του Σινά
οι κάβες της Γερακινής και το Στρατώνι
Το επίχρισμα, η άγια σκουριά που μάς γεννά
μάς τρέφει, τρέφεται από μάς και μάς σκοτώνει

Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα
Ποιάν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα

Ν. Καββαδίας

Υποβολή σχολίου

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Αλλαγή )

Connecting to %s