θα μπορούσα να κοιτάω τα μάτια σου για πάντα, ίσως μέχρι να μετρήσω όλες τις ρυτιδίτσες, ίσως μέχρι να σχηματιστούν οι καινούριες, ίσως μέχρι να βαρεθώ.
θα μπορούσα νομίζω να μιλάω μαζί σου για πάντα. ίσως μέχρι να μην έχω τίποτα άλλο να πω. ίσως μέχρι να μην έχεις τίποτα άλλο να πεις.
θα μπορούσα να ταξιδέψω μαζί σου για πάντα. ίσως μέχρι να πάμε παντού ή μέχρι να μην έχουμε τι να πούμε στο ταξίδι ή μέχρι να βαρεθώ.
θα μπορούσα να σε περιμένω για πάντα. ίσως μέχρι να γεμίσουν τα δικά μου μάτια ρυτιδίτσες. ίσως μέχρι να μην έρθεις επειδή έχεις βαρεθεί ή επειδή ταξιδεύεις.
θα μπορούσα από εσένα να περιμένω τα πάντα. ίσως όμως να με βαριέσαι.
θα μπορούσα να βαριέμαι για πάντα. όμως δε βαριέσαι…
η παλιά κοινωνία της σήψης πεθαίνει. ό,τι χειρότερο κρύβεται μέσα της βγαίνει στην φόρα μέχρι να μας αφήσει για πάντα στην ησυχία μας. βλέπω το μέλλον να έρχεται ελπιδοφόρο. το βλέπω στις βιτρίνες των καταστημάτων. τον λένε στην τηλεόραση. το φωνάζουν στις ντουντούκες πίσω από τα πανό. από τις σφιγμένες γροθιές αγωνιστών σηκώνονται κωλοδάχτυλα πανηγυρικά, το ένα μετά το άλλο. ένα ντόμινο από κωλοδάχτυλα που δείχνουν τον ουρανό. τον ίδιο ουρανό που ζει ο θεός, που πετούν τα πουλιά και τα αεροπλάνα που μας ψεκάζουν. τα χιλιάδες αυτά μεσαία δάχτυλα κόβονται σύριζα. ένα δάχτυλο λιγότερο για κάθε χέρι και πως μπορείς να πληκτρολογείς τώρα τα μανιφέστα της μελλοντικής κοινωνίας. στρίβω στο φανάρι. επόμενο φανάρι κόκκινο. στρίβω. τσιγάρο. έρχεται ο Πακιστανός. του το δίνω. δεν έχω λεφτά. μόνο τσιγάρα, και βενζίνη και ένα χαμόγελο
* δεν έχω αυταπάτες: αν οι εκλογές αλλάζανε τα πράγματα θα ήταν παράνομες.
* δεν θεωρώ τον εαυτό μου παθητικό δέκτη της πραγματικότητας. αγωνίζομαι -άλλοτε λίγο άλλοτε πιο πολύ- με τους δικού μου τρόπους, με τα δικά μου μέσα να κάνω την ζωή των γύρω μου πιο υποφερτή. τάσσομαι υπέρ του δίκιου και μιας ηθικής που όμως είναι καλά ορισμένη μόνο μέσα μου.
* δεν μπορώ να πεισθώ ότι “ψηφίζοντας” στις εκλογές στηρίζω την καταπιεστική δομή του κράτους ή με κάποιον τρόπο υποστηρίζω το πλαστό δημοκρατικό δικαίωμα μιας κάποιας δήθεν συμμετοχής στα κοινά. το ότι θα ψηφίσω δεν με κάνει υποστηρικτή της αστικής δημοκρατίας. η πράξεις, οι δράσεις μου, η οπτική μου είναι σε άλλη κατεύθυνση. οι συνειδήσεις πλάθονται στους δρόμους
* παρόλο όμως που οι συνειδήσεις πλάθονται στους δρόμους συνειδήσεις πλάθονται και από τα μέσα μαζικής προπαγάνδας. εκεί που η αποχή μπορεί να σημαίνει από αδιάφορους που βαριούνται μέχρι αγανακτισμένους της πλατείας που τραγουδούν εθνικούς ύμνους. έτσι κι αλλιώς δεν ανήκω ούτε στους μεν ούτε στους δε και δεν θέλω να “καταμετρηθώ” σε αυτούς. (πόσο υποτιμητικό να μας καταμετρούν είτε έτσι είτε αλλιώς, ε; )
* για μένα οι εκλογές είναι απλά μια παραπάνω πληροφορία. ένας ήσσονος σημασίας αγώνας. μια τυπική διαδικασία. ένα μέτρο…
* οι πραγματικές μάχες δίνονται στους εργατικούς χώρους, στις σχολές, στον δρόμο. στηρίζω λοιπόν μια δύναμη που έχει συνέπεια σε όλα αυτά και που δουλεύει σε μια τέτοια βάση. τα στρατόπεδα έχουν χωριστεί. οραματίζομαι μια κοινωνία χωρίς στρατούς, χωρίς σύνορα.
Τα πράγματα είναι άσχημα δεν κατηγορώ όμως κανέναν. Περπάτησα στο δρόμο της δημιουργίας. Όλος ο κόσμος μου φαντάζει μία φυλακή ή κάτι χειρότερο, μια αρένα …Η ζωή μας δεν έχει κανέναν σκοπό μέχρι με τον αγώνα μας να δυναμώσουμε και να ελευθερώσουμε τη δύναμη εκατομμύριων ήλιων.
ζωγραφίζουμε μια σκανδαλιά στο στοιχειωμένο σπίτι; και μετά θα τα κρύψουμε στον κουβά από το πηγάδι… θα φύγουμε με το ποδήλατο ορθοπεταλιά, στην μεγάλη κατηφόρα θα μου σκάσει το λάστιχο και θα χτυπήσω και θα γρατζουνίσω το γόνατο μου. θα γκρινιάξω μόνο για να μου δώσεις λίγη σημασία και έπειτα θα μου βάλεις λίγο σάλιο στην πληγή. θα παίξουμε μπάλα, θα πετάξουμε χαρταετό και θα κολυμπήσουμε στο γνωστό ποτάμι και μετά θα ξαπλώσουμε αγκαλιά στην αιώρα όλη ώρα, τώρα. θα σου γαργαλήσω τις πατούσες και εσύ θα μου πετούσες μια πέτρα στο δόξα πατρί. πατρίδα δεν έχεις, χάνεις την παρτίδα ήταν μια παγίδα… παραδέξου. δεν το κάνεις για πλάκα. με φιλάς και μου χαρίζεις ένα λουλούδι που κλαίει γιατί το έκοψες από την παρέα του. φοράς τα γάντια στα αυτιά και το κασκόλ στην μύτη και κάνεις πως είσαι ελέφαντας. αλλά δεν είσαι. είσαι μια όμορφη σαν την λευτεριά. κοίτα πως γίναμε η ανθρωπότητα. μια παλάμη κόσμος. να την πετάξουμε στα σκουπίδια και να χορέψουμε έναν ξέφρενο χορό. αγκαλιασμένοι στην αιωνιότητα άνδρες και γυναίκες μαζί. κορίτσια αγόρια. και ο τελευταίος κλείνει την πόρτα. και βρωμάνε τα πόδια του. και αμπεμπαμπλομ του κιθεμπλομ. βγαίνεις και σε φιλάω.
Αθήνα. Θέλω να την περπατήσω όλη. Μια μέρα να της αφιερωθώ. Να μείνω κοντά της. Να με χτυπήσει ο θεός Ήλιος στο κεφάλι περπατώντας την Αεροπαγίτου, πάλι. Να περπατήσω την Πλάκα με μπύρα στο χέρι. Ν’ ανέβω στα αναφιώτικα, στην ταρατσούλα να χαζέψω την θέα. Και για μια στιγμή να βρεθώ στην Καλλιθέα. Να περπατήσω την Θησέως μέχρι την παραλία που ξεκίνησε ο Θησέας το ταξίδι του στην περιπέτεια. Και με μια ανάσα να βρεθώ στο Σούνιο, στην επιστροφή του. Να μυρίσω την θάλασσα του πελάγου που ονομάστηκε Αιγαίο. Να αγοράσω όλα τα μπαλόνια από τους Τσιγγάνους στο Σύνταγμα και να πετάξω γύρω στο Λεκανοπέδιο. Ανάποδη φορά από του ήλιου: από την Δύση θα πετάξω, το όρος αιγάλεω, το ποικίλο, πάρνηθα, πεντέλη, υμμητός. Πέντε γίγαντες και μια γυναίκα… ο σαρωνικός. Σπέρματα της γης επιπλέουν: Σαλαμίνα, Αίγινα, Αγκίστρι, Πόρος, Λέρος, Μακρόνησσος (εκεί θα αφήσω ένα δάκρυ), Λαγούσες, Ψυτάλεια. Τρικέρι, Σπετσοπούλα, Σταυρονήσι. Να σκάψω με τα χέρια μου όλα τα μπαζωμένα ποτάμια. Κηφισός, Ιλισσός, Ηριδανός. Να τρυπώσω κάτω απ’ το μετρό και να την περπατήσω όλη υπόγεια. Και ύστερα να βρεθώ στα υπόγεια της Κυψέλης ή στα Πατήσσια. Παρέα με τους νέους κατοίκους της παλιάς γης. Πακιστανούς, μουσουλμάνους, αφρικάνους. Να προσευχηθώ μαζί τους για μια καλύτερη ζωή που δεν έρχεται. Και εκεί που όλα δείχνουν ήρεμα φωνές ακούγονται στα εξάρχεια και τρέχω. Μπουκάλια και πέτρες και φωτιές- διασταύρωση μεσολογγίου και τζαβέλλα. Οδοφράγματα με κάδους σκουπιδιών. Καγκελάκι στο πολυτεχνείο. Φωτιά και παρεάκι στην πλατεία. Και άραγμα στου στρέφη. Ήσυχα τα πράγματα στο μεταξουργείο, στα πετράλωνα, στο γκύζη (που κάτι μου θυμίζει). Μετς, παγκράτι, πετράλωνα. Αλλά και βόρεια. Εκεί που οι σκλάβοι έχουν χρυσά κελιά. Κηφησιά, Εκάλη, Διόνυσσος. Και Άγιος Στέφανος που άλλωτε το λέγαμε Μπογιάτι, και του ταιριάζει πιο πολύ- στις αναμνήσεις μου. Φωνές από σκυλάδικα στην παραλιακή και ακρογιαλιές κλεισμένες, περιφρουρημένες από μπράβους. Πληρώνεις εισιτήριο για ένα κομμάτι θάλασσα. Βούλα, γλυφάδα, άγιος κοσμάς- σχολική εκδρομή- τώρα έγινε κέντρο ολυμπιακών εγκαταστάσεων. Και ο παλιός ιππόδρομος- το θυμάμαι και αυτό. Κεραμικός. Γκάζι. Εθνικό θέατρο στην αγίου κωνσταντίνου. Κτήριο Τσίλλερ. Και υπόγειο του τέχνης, στοά πεσματζόγλου. Καραισκάκι, λεωφόρος, φιλαδέλφεια. Πελάτες με ιδεολογία. Εθνικός κήπος- άλλοτε βασιλικός. Πετάω τα παπούτσια μου και περπατάω ξυπόλητος στο πεδίον του άρεως. Κατουράω πίσω από το πελώριο άγαλμα του βασιλιά. Έτσι από αντίδραση. Ι-5 στο ρουφ. Όχι ακόμα. Μητρόπολη και παρθενώνας και το κτήριο της βουλής. Μπάχαλα στην όθωνος και μπροστά από το κινγκ τζορτζ και τρέξιμο στην πανεπιστημίου. Βυζαντινή εκκλησία στην ερμού. Τσάρκα ανέμελη. Κοροιδεύω τους καταναλωτές. Αλλά είναι ωραίος δρόμος η ερμού. Πηδάω από ταράτσα σε ταράτσα στο θησείο. Φτάνω στην ομόνοια. Κοιτάζω αριστερά, κοιτάζω δεξιά και κλαίω. Πάνω κάτω η πατησίων… η ζωή μας είναι η πατησίων. Και σκέφτομαι την Γώγου. Και τον Σοφοκλή
Ανεβαίνω τότε στον ιερό βράχο. Ο παρθενώνας. Και πέφτω. Και ξυπνάνε όλες οι μνήμες, όλες οι μυρωδιές, όλες οι εικόνες, τα συναισθήματα -καλά και κακά, τα απωθημένα. Μασάω μία μπιγκ μπαμπολ αγορασμένη από το περίπτερο έξω από το σχολείο μου. Κάνω μια τσιχλόφουσκα και πετάω. Μπουμ. Η τσιχλόφουσκα σκάει και επανέρχομαι καθισμένος στην θέση του οδηγού. Χαϊδεύω τα μπιχλιμπίδια που είναι κρεμασμένα στον καθρέφτη. Ψάχνω τον δρόμο. Ποιός είναι ο δρόμος. Αστειεύομαι… Είναι η εθνική οδός.
Στα μέρη που πήγε ο Κόστια δεν θα ξαναπάει. Πέρασαν αυτές η μέρες. Ανεπιστρεπτή. Και δεν θα ξαναπάει. Όλο το λέει και το ξαναλέει. Μα θα ήθελε έστω για μια στιγμή, για μια μικρή στιγμούλα, όσο διαρκεί ένα βρλεφάρισμα, να ξαναβρεθεί εκεί. Άλλος, αλλιώτικος. Ο ίδιος να βρεθεί μέσα σε παλιές φωτογραφίες, σχηματισμένες από πίξελς. Και από “τότε”. Που δεν θυμάται πώς ήταν… Που δεν θυμάται ποιός ήταν… Που δεν θυμάται… Που δεν. Ε που δε νι. Και κοίτα τώρα. Περιέργος ο Κόστια κοιτάζει τα χαρτόκουτα από παπούτσια. Σε τρία κουτιά όλη του η ζωή- από το γυμνάσιο και ύστερα. Κολυμπάει. Χορεύει. Παίζει. Μπάλα. Μπάσκετ. Μυρίζει. Διαβάζει. Γράφει. Ακούει. Βλέπει. Σκέφτεται. Χαζεύει. Γεύεται.
που κοιτάς; ποιος χάνεται; που πάει; ο καιρός όταν περνάει. χάνεται. μαζί του και αυτός. ο ίδιος ο απαράλαχτος ο παλιός καλός άγνωστος. ο λίγο μπερδεμένος συμπαθητικός εγώ
κάποτε η λέξη “αριστερός” είχε άλλο ειδικό βάρος. τώρα αριστερός είναι ο κουβέλης
έκρυψα τον παλιό μου εαυτό κάτο από το χαλί, έκοψα το μαλλί, μεγάλωσα.
(διασκευή) έστιψα τον παλιό μου εαυτό μέσα στο Μπαλί, έκοψα τον Νταλί, πετάλωσα
Η ασφυκτική φιλία δύο κοριτσιών διαπλέκεται με την έντονη πολιτική ζωή και διαγράφει ένα αλλόκοτο ταξίδι στο πρόσφατο παρελθόν της ελληνικής πραγματικότητας.Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη – νοσταλγικό
τι είναι προδοσία;
τι είναι βία; σε τι εξυπηρετεί; ποιες χαρακτηρίζονται βίαιες συμπεριφορές;
Κλεισμένος ο Κόστια στο δωμάτιό του δεν άντεχε. Ο Κόστια στο δωμάτιο του κοίταζε το ταβάνι. Χανόταν το βλέμμα του απλανές. Η σκέψεις τους ξέφευγαν με κάθε του εκπνοή. Ένιωθε τις σκέψεις του να πετάνε πάνω από το κεφάλι του και ανεξάρτητες να εξφενδονίζονται προς το άπειρο. Δεν άντεχε τη σιωπή. Άρχισε να σφυρίζει διάφορους σκοπούς. Μα το σφύριγμά του έγινε κραυγή.
Κοπάνησε τα χέρια του στο τραπέζι τόσο που τα ένιωθε μουδιασμένα και την επόμενη μέρα. Πήγε στο μπάνιο. Κοιτάχτηκε μπροστά στον καθρέφτη. Συνειδητοποίησε πως οι στρίχες στο στήθος του είχαν πυκνώσει σε σχέση με την προηγούμενη φορά που το είχε παρατηρήσει. Χάιδεψε λίγο την κοιλιά του, έτριψε το πέος του. Κατούρησε. Χάιδεψε τα αρχίδια του και μια ανατριχίλα διαπέρασε την σπονδυλική του στήλη. Αυτή την αίσθηση είχε ανάγκη να τη νιώσει.Έπιασε ένα ξυράφι και ξύρισε τα γένια του. Ήταν η πιο εύκολη αλλαγή που μπορούσε να κάνει στη ζωή του. Πρόβαλε το πρόσωπό του. Το είχε ξεχάσει.
Ντύθηκε και βγήκε από το σπίτι βιαστικά. Έκανε τρομερό κρύο. Ένα δύο, στο τρίτο στενό έστριψε δεξιά. Περίπου στα πεντακόσια μέτρα μπήκε μέσα σε μια πόρτα. Ήταν ένα μπαράκι. Μην φανταστείς… 4-5 ψυχές άραζαν ήσυχα ήσυχα και έπιναν το ποτό τους χαμένοι στις σκέψεις τους. Κάθισε δίπλα σε μια 50χρονη μάλλον πουτάνα ή πρώην πουτάνα ή γεροντοκόρη ή κάτι τέτοιο. Παράγγειλε ουίσκι σκέτο διπλό. Η γκόμενα χωρίς να χάσει ευκαιρία του χάιδευε το πόδι. Εκείνος δεν έδινε σημασία. Έπαιζε με το ποτήρι του ποτού του. Δεν έπινε γουλιά όμως. Πέρασε κάμποση ώρα χωρίς να πιεί. Μετά από λίγο το ήπιε μονορούφι. Πλήρωσε και έφυγε.